> ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΕΡΠΕΝΜΠΕΚ ΤΖΕΝΝΥ

«Από τον ήλιο στη σκιά. Με γυμνές πατούσες από το χώμα πάνω στις κρύες πέτρες. Ξυπόλητη. Σ’ αυτό τον τόπο σχεδόν πάντα λάμπει ο ήλιος, εκείνος λάμπει και λάμπει και λάμπει, κι ο ουρανός γύρω απ’ τον ήλιο είναι σχεδόν πάντα εντελώς άδειος. Τι τρώει όμως ο ήλιος;, ρωτάω τον πατέρα μου. Νερό, είν’ η απάντηση που μου δίνει. Και πού είναι το κρεβάτι του; Ο ήλιος δεν κοιμάται, απαντάει. Όταν εμείς έχουμε νύχτα, εκείνος λάμπει στην άλλη πλευρά του κόσμου. Ωραίος καιρός σήμερα. Σήμερα κι όλες τις μέρες».

Στο τρίτο της βιβλίο η Γερμανίδα Τζέννυ Έρπενμπεκ, γνωστή στο ελληνικό κοινό από την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τα Σκύβαλα, δανείζεται το υλικό της από την πολιτική πραγματικότητα μίας μακρινής ηλιόλουστης χώρας, και με χειρουργική ακρίβεια ανατόμου αποκαλύπτει ένα φρικτό έγκλημα. Το Παιχνίδι με τις λέξεις (2004) πρέπει να διαβαστεί απνευστί, ει δυνατόν ψιθυριστά, ως ένα πολιτικό θρίλερ με εφιαλτικές ψυχολογικές προεκτάσεις ή ως ένα ψυχολογικό θρίλερ με εφιαλτικό πολιτικό υπόβαθρο. Και θα ξαναδιαβαστεί, πάλι και πάλι…

«Πάντα όταν η Τζέννυ Έρπενμπεκ κατευθύνει την κοφτερή ματιά της στα πράγματα, αυτά αλλάζουν αστραπιαία. Η επιφάνεια λιώνει. Από κάτω εμφανίζεται ό,τι κινεί τις φιγούρες ως υποδόριος ερεθισμός». [Frankfurter Allgemeine Zeitung]

15,00 €

Αγορά

  • Mετάφραση: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ
  • Σελίδες: 160
  • Σχήμα: 20,5 x 12
  • ISBN: 978-960-518-338-7

εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του ΝΙΚΟΥ ΝΤΟΚΑ
3/10/2008

Το τρίτο βιβλίο τής -κάποτε- Ανατολικογερμανίδας Τζένι Ερπενμπεκ (1967) που μεταφράζεται στη γλώσσα μας. Η ιστορία της έχει ως φόντο μια ηλιόλουστη χώρα, όπου όμως συμβαίνουν πράγματα φρικτά. Αυτός ο συνδυασμός φυσικής ομορφιάς και ανθρώπινης φρικωδίας είναι που δίνει στη συγγραφέα τη δυνατότητα να περιγράφει -με γραφή σχεδόν παραληρηματική -καταστάσεις που ξεφεύγουν από την ανιαρή και προγραμματικά παρουσιασμένη ως αέναη πραγματικότητα ηρεμία της κοινωνικής ζωής. Μπορεί να διαβάσει κανείς το βιβλίο της Ερπενμπεκ και ως μια παραβολική καταγραφή των όσων διαδραματίζονταν στη σοσιαλιστική λεγόμενη ανατολική Γερμανία, προτού αυτή ενωθεί με το έτερον ήμισύ της. Το έγκλημα έχει συτελεστεί και η ανακάλυψή του φέρνει στην επιφάνεια το εφιαλτικό πολιτικό υπόβαθρο. Στη νοτιοαμερικανική στρατοκρατούμενη χώρα το πολιτικό έγκλημα ήταν καθημερινή πρακτική, όπως και στον παράδεισο του Χονέκερ.

 

εφ. LIFO της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ Ι. ΑΝΕΣΤΗ
30/10/2008

Παιχνίδι με τις λέξεις

Το σκληρό πολιτικό θρίλερ μιας ηλιόλουστης χώρας που διοικείται από φασίστες αφηγείται με αθωότητα και πάλη με τις λέξεις ένα μικρό κορίτσι στο νέο βιβλίο της Τζέννυ Έρπενμπεκ «Παιχνίδι με τις λέξεις», από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

To χέρι της μητέρας στο κεφάλι, τα νανουρίσματα, τα μισόλογα του πατέρα πίσω από τη μεγάλη πόρτα, η πιστή παραμάνα, «αν και δεν την βύζαινα πια με κρατούσε ακόμα σαν μήλο στην αγκαλιά της», η μπάλα, το παιχνίδι στον κήπο. Ο κόσμος μιας ανώνυμης μικρής που γίνεται το όχημα μιας ελλειπτικής και συνάμα ορμητικής αφήγησης της Τζέννυ Έρπενμπεκ στη νουβέλα της Παιχνίδι με τις λέξεις (εκδόσεις Ίνδικτος).

Η συγγραφέας και σκηνοθέτης όπερας, που αγαπήθηκε σχεδόν ακαριαία από την Ευρώπη με το Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού, επέλεξε να γράψει για μια ανώνυμη χώρα όπου πάντα ανατέλλει και λάμπει ο ήλιος αλλά και όπου εδρεύουν ο φασισμός και το απολυταρχικό καθεστώς. Κάποιοι βλέπουν πίσω από αυτήν τη χώρα την Αργεντινή και το βρώμικο πόλεμο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (παραπέμπει εκεί και το επίμετρο του Tom Shimmeck). Άλλοι μιλούν για σαφείς απηχήσεις της Στάζι και των συνθηκών κάτω από τις οποίες μεγάλωσε στο Ανατολικό Βερολίνο η Έρπενμπεκ (γεννημένη το 1967). Όπως και αν είναι, στην περίπτωση της νουβέλας Παιχνίδι με τις Λέξεις η συγγραφέας κατορθώνει μέσα σε 149 σελίδες να μιλήσει για το βίαιο και το ανασταλτικό του φασισμού μέσα από τη ζωή και τις προσλήψεις ενός μικρού κοριτσιού που ακούει πυροβολισμούς αλλά τους συγχέει με ήχους από λάστιχα που σκάνε, βλέπει ανθρώπους γύρω της να εξαφανίζονται, ανθρώπους να σέρνονται έξω από λεωφορεία. Και την ίδια ώρα προσπαθεί να αρθρώσει το πρωταρχικό της λεξιλόγιο (σπίτι, μπάλα, πατέρας) μέσα από εικόνες ασθματικής αγωνίας και να εξηγήσει την απώλεια του βιωμένου, μετρήσιμου χρόνου που επιβάλλεται στη χώρα: « Είδες λοιπόν, της λέει ο δάσκαλος. Τα πάντα είναι θέμα ρύθμισης. Το χρόνο δεν μπορούμε να τον αισθανθούμε, λέει. Τον μετράμε. Τα ρολόγια έτσι κι αλλιώς άνθρωποι τα φτιάχνουν κι όχι το ανάποδο».

Η Έρπενμπεκ προβάλλει την αθωότητα της παιδικής αντίληψης και βυθίζει τον αναγνώστη μέσα από τη ροζ επιφάνεια, σιγά σιγά, στην ταραγμένη διάσταση του φόβου που γεννά ένα καθεστώς με ανελευθερίες, ένα καθεστώς δικτατορικό. Ακόμη και όταν ο πατέρας της -ανώτατος αξιωματούχος της χώρας- της εξηγεί τεχνικές βασανισμού σαν να περιγράφει τους κανόνες ενός παιχνιδιού: «Όλα όσα έχει ποτέ σκεφθεί ο άλλος είναι χωμένα στη σάρκα του. Πρώτα απ' όλα πρέπει να μαλακώσει η σάρκα. Ζέστη, κρύο ή υγρασία για το σώμα εκείνου που έχει παρανομήσει και το βλέμμα του συγχρόνως να το στέλνεις στ' αδιέξοδο, λέει ο πατέρας μου, έτσι αρχίζει ο άλλος να συγκεντρώνεται σε αυτό που είναι ουσιαστικό». Αλλά και «ο πατέρας μου λέει ότι άμα κάποιος θέλει πεισματικά να σωπαίνει πρέπει ν' ανοίγουμε το ρεύμα τόσο πολύ μέχρι ν' αρχίσει να καίγεται η σάρκα του. Πρόσεχε καίει. Το ρεύμα είναι το καλύτερο μέσο για να βγάλεις κάτι που ξέρει κάποιος από το στόμα του».

Ο πιο βαθύς τρόμος, απολύτως ρεαλιστικός, γίνεται το παραμύθι αυτού του πατέρα προς το κοριτσάκι που επαναλαμβάνει με ρυθμό νανουρίσματος έννοιες και λέξεις και δέχεται έναν καταιγισμό αποκαλύψεων και εικόνων από αυτόν που ενσαρκώνει για μια χώρα την απόλυτη πολιτική βία. «Βγάζεις μάτια ή κόβεις ό,τι προεξέχει, αφτιά, μύτη, χέρια, πόδια, συνθλίβεις τις ρόγες του στήθους, στραμπουλάς το σώμα ολόκληρο ή μεμονωμένα μέλη. Και με κλοτσιές μόνο γίνεται λέει ο πατέρα μου, άμα εκείνη τη στιγμή δεν έχεις κάποιο μαραφέτι. Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ».

Ως τέλους αυτό το ολιγοσέλιδο αλλά πυκνό βιβλίο κρατά τον αναγνώστη από το λαιμό, κινητοποιώντας τις αισθήσεις του. Ένα πολιτικό και ψυχολογικό θρίλερ, ευρηματικό, με ιδιωματική γραφή που μεταφράστηκε με απόλυτη προσοχή και ευθύγραμμο ρυθμό από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη για τις εκδόσεις Ινδικτος.

 

εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Κωνσταντίνου Ματσούκα
6/3/2009

Ο «εαυτός»: μια απαραίτητη αυθαιρεσία

«Ο πατέρας μου δουλεύει κάθε μέρα σ' ένα παλάτι που απ' έξω είν' εντελώς άσπρο. Ο πατέρας μου φροντίζει σ' εκείνο το παλάτι για την τάξη. Ιου. ...Ετσι όπως η μητέρα μου φροντίζει εμένα. Χτενίζουνε την τάξη, δίνουνε στην τάξη να φάει ή να πιει. Μέσα σ' ένα σπίτι που δεν περνάει καθόλου φως γιατί τα παράθυρα είναι φραγμένα με τούβλα. Ιου. Χτενίζουνε όταν δεν μπορούν να βρουν την τάξη μες στο σκοτάδι κατά λάθος τον αέρα...».

Γεννημένη το 1967 στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο, η Τ. Ερπενμπεκ, ηθοποιός και σκηνοθέτρια όπερας, έδωσε το λογοτεχνικό της στίγμα το 1999 με το Γερασμένο παιδί, έργο που την καθιέρωσε σχεδόν ακαριαία ως μια φωνή «ακμαία», «παθιασμένη και αιχμηρή ταυτόχρονα». Η συλλογή Σκύβαλα, του 2001, παρομοίως επαινέθηκε για την εξισορρόπηση ανάμεσα στη «σκληρή απόσταση και τη σωτήρια εγγύτητα». Το Παιχνίδι με τις λέξεις, (2005), είναι ένας περίτεχνος διάλογος ανάμεσα στην αθωότητα και στην κτηνωδία. Και οι δύο δοσμένες σε μεγέθη απόλυτα (και συγγενικά λόγω του κοινού τους αμοραλισμού). Σε δεύτερο επίπεδο, δεν είναι κάτι λιγότερο από μια εξονυχιστική ανάκριση της αναπαράστασης. (Ο πρωτότυπος τίτλος, Worterbuch, σημαίνει, κυριολεκτικά, Λεξικό!)

Οποια σημασία κι αν έχει αυτό, η μικρή έκταση (150 σελίδες) και η φόρμα του κατατάσσουν το Παιχνίδι ως νουβέλα. Παρά το εκτεταμένο χρονικό πλαίσιο των γεγονότων, το έργο δεν προσδιορίζεται από τις αυστηρά επεξεργασμένες αφηγηματικές δομές του μυθιστορήματος. Χωρίς κεφάλαια ή άλλες ενότητες, οι παράγραφοι απλώς εναλλάσσονται, καθώς η ανώνυμη αφηγήτρια ανασκαλεύει τις μνήμες της, με συχνές επαναλήψεις φράσεων ή λέξεων, σαν αυτές να ήταν ρούχα που άλλοτε ταιριάζουν κι άλλοτε όχι. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ικανοποιητικό στον τρόπο με τον οποίο επάλληλα μπλοκ κειμένου λειτουργούν περίπου σαν κυλιόμενος διάδρομος στην ανέλιξη της ιστορίας. Κυρίως, όμως, η ειδολογική κατάταξη του βιβλίου ως νουβέλας βασίζεται στην ένταση με την οποία αποδίδεται ο ψυχισμός της ανήλικης -ανάμεσα στις ηλικίες των έξι και των δεκαέξι- αφηγήτριας.

Στο Γερασμένο παιδί ένα παράδοξο κορίτσι, χωρίς σταθερή ηλικία και χωρίς μνήμη, καταφτάνει από το πουθενά, «περιτριγυρισμένη από το τίποτα» και επωμίζεται έναν ρόλο μέσα στην αυστηρή ιεραρχία ενός ιδρύματος για παιδιά. Στα Σκύβαλα ένα κορίτσι διδάσκεται πώς να θέτει τις λέξεις υπό την κατοχή του: «πώς να υποχωρώ πίσω από τη φωνή μου, σαν να δανείζω απλώς σε κάποιον που θέλει να μιλήσει το σώμα μου, για να μπορέσει να γίνει αντιληπτός, και τις σκέψεις μου για να σκεφτεί, και τα αισθήματά μου για να αισθανθεί».

Αντίστοιχα, το ανήλικο κορίτσι του Παιχνιδιού αναμεταδίδει ακατάπαυστα συζητήσεις με τους γονείς, την παραμάνα, τις συμμαθήτριές της στο σχολείο, για το νόημα των φαινομένων. Οι ερωταποκρίσεις μπλέκονται και συμφύονται με τις δικές της σκέψεις, έως ότου, σχεδόν, αποδομούνται. Η αλήθεια είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια ενορχηστρωμένη αναπαράσταση του λόγου μιας ηλικίας (της παιδικής) που δεν πολυσκοτίζεται για τους καταστατικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία, υποκείμενο και αντικείμενο, παρελθόν και μέλλον. Και που επιχειρεί, με τη μεθοδικότητα φυσιοδίφη, να συλλάβει/συλλαβίσει εκ νέου αυτούς τους διαχωρισμούς με όρους που άπτονται της εμπειρίας της:

«...Από δω πέρασε ένα πουλί, λέει ο πατέρας μου, έχει σκύψει δίπλα μου με λυγισμένα πόδια και δείχνει μια-δυο γρατζουνιές που μοιάζουνε μ' αστέρια πάνω στο σκούρο χρώμα στην άκρη του κήπου μας, στη σκιά κάτω απ' τα δέντρα, εκεί που δεν βγαίνει χορτάρι. Εχω δυο πουλάκια μες στα καλαθάκια, έφυγε το ένα, έφυγε και τ' άλλο, ήρθε το ένα, ήρθε και τ' άλλο. Τι είναι ίχνος, ρωτάω τον πατέρα μου. Κάτι που δεν μπορεί να είναι σύμπτωση, απαντάει ο πατέρας μου. Ναι, αλλά τότε πρέπει, λέω εγώ, προτού μάθει κάποιος τι δεν μπορεί να είναι σύμπτωση να μάθει όλα τ' άλλα. Μάλλον, λέει ο πατέρας μου. Και τι γίνεται τότε με τον διπλό χρόνο, ρωτάω εγώ, που έχει ένα τέτοιο ίχνος. Ποιο διπλό χρόνο, λέει ο πατέρας μου. Ο χρόνος λέω εγώ, που πέρασε το πουλί, και ο δεύτερος χρόνος που το μαθαίνουμε εμείς...».

Η μαγική, αναλογική σκέψη στο Παιχνίδι, διεισδυτική και μαζί απείρως δεκτική στα φαινόμενα, σηματοδοτεί για κάποιους κριτικούς τη συγγένειά της Τ.Ε. με γερμανόφωνους ομότεχνούς της, όπως ο Γκύντερ Γκρας. Για εμάς, πάνω απ' όλα ευφραίνει διότι λειτουργεί ταυτόχρονα και ως υπεράσπιση εκείνης της απροκατάληπτης ευφυΐας που είναι ικανή να ανασυνθέτει τον κόσμο ως εσαεί καινούριο και αξιοθαύμαστο.

Αυτή, λοιπόν, η ευφυΐα καλείται να περιγράψει κάτι που βαθμιαία αποκαλύπτεται ως ό,τι πιο ζοφερό επιφυλάσσουν οι ενήλικες καταχρήσεις εξουσίας. Τα δεδομένα της πραγματικότητας που αρχίζουν να παγιώνονται μέσα από τις μεταφορικές εικόνες και συσχετισμούς του παιδιού, αφορούν θηριωδίες ασύλληπτες αλλά ιστορικά καταγεγραμμένες. Οι τεχνικές βασανισμού, για παράδειγμα, που ήρεμα μεταφέρει ο πατέρας στην κόρη σαν να ήταν η τελετουργία ενός παιχνιδιού, είναι τεκμηριωμένες τόσο ως προς τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία του Χόνεκερ όσο και ως προς τη δικτατορία του Βιντέλα στην Αργεντινή (1976-1983).

Το δαιμόνιο της Τ.Ε., και αυτό αξίζει να τονιστεί, έγκειται στο ότι το κείμενό της δεν υποδύεται σε καμία περίπτωση τη μαρτυρία. Ούτε και προτείνουμε την ανάγνωσή του ως, απλώς, μια αλληγορία επάνω στον ολοκληρωτισμό. Στις πρώτες κιόλας γραμμές, ο δεδηλωμένος στόχος της αφηγήτριας ακούγεται σαν επίκληση που η σημασία της δεν θα φανερωθεί παρά ύστερα από μια υπόγεια διαδρομή: «Ν' αρπάξω την ανάμνηση σαν μαχαίρι και να το στρέψω πάνω της, ν' αποκόψω την ανάμνηση με την ανάμνηση. Αν γίνεται αυτό».

«Αν γίνεται αυτό!» Ο εαυτός στον οποίο η Ερπενμπεκ «δανείζει» εδώ τη φωνή της αποπνέει την αίσθηση μιας απαραίτητης αυθαιρεσίας, την οποία η συγγραφέας δομεί και κατευθύνει με ελλειπτική ορμή στο θέμα που σταθερά την ενδιαφέρει: τη σύσταση της ατομικότητας έξω από τις κυρίαρχες συμβάσεις, λογικές και ηθικές, όσο και γλωσσικές.

Αυτό συνάδει με τη γενικότερη θεματολογία της, η οποία καταπιάνεται συστηματικά με την κατάλυση της κοινωνικής έννοιας του «εαυτού», με την απουσία σημαντικών μαρτύρων σε μια ζωή, με την άδηλη παραβατικότητα της «εσωτερικής» ζωής... Στην εναλλακτική ανάγνωση της Δημιουργίας που βρίσκουμε στη μέση του Παιχνιδιού, διαφαίνεται πως τα ανομήματα του εαυτού συντελούνται κατ' αρχάς μέσα στον κύκλο της γλώσσας:

«Ο άντρας πάνω στον άμβωνα μιλάει για τη Δημιουργία, και έτσι όπως τον καταλαβαίνω εγώ, η πραγματικότητα απλώς γέμισε μέχρι πάνω τις λέξεις του Θεού με όλα για τα οποία μίλαγε ο Θεός όταν δεν είχε ακόμα κανέναν να μιλάει παρά τον εαυτό του μόνο: Τα δέντρα μεγαλώσανε μες στη λέξη του δέντρο, τα ψάρια πήραν από πίσω κολυμπώντας τη λέξη του ψάρι και γρήγορα γλιστρήσανε και μπήκανε ανάμεσα στα λέπια, που υπήρχανε ήδη απ' όταν μίλησε για λέπια... Και ο Αδάμ και η Εύα γεμίσανε με αίμα, κόκκαλα, νεφρά, έντερα, μάτια, στόμα και όλα τ' άλλα για τα οποία παραμίλαγε ο Θεός, όταν ήταν ακόμα μόνος του... Ο Θεός, προτού αρχίσει τη Δημιουργία, πρέπει να ήταν πολύ μόνος του, αλλιώς δεν παραμιλάει κανείς για νεφρά και κόκκαλα.»

Με τη διπλή προστασία του παιδικού της αμοραλισμού και της προνομιακής κοινωνικής της θέσης, η ανώνυμη «ηρωίδα» ζει και αρθρώνει τον λόγο της σαν, πραγματικά, να όφειλε να επινοήσει τη Συμβολική τάξη εκ νέου και σαν η κοινωνία, όποια κι αν είναι αυτή, να μην την αφορά άμεσα. Αν ο «εαυτός» δεν είναι παρά ένα σύνολο ταυτίσεων σαν «παλιατζίδικο γεμάτο μεταχειρισμένες καμπαρντίνες» (Σκύβαλα), κι αν η παραγνώριση και η βία είναι οι ακρογωνιαίες μας αλήθειες, η Ερπενμπεκ καταφέρνει, μέσα από την κυριαρχία της στα εκφραστικά της μέσα, να επενδύσει αυτά τα δεδομένα με μια διόλου ευκαταφρόνητη σαγήνη.

Γι' αυτό της το στοίχημα βασίζεται σε μια όντως ιδιοσυγκρασιακή γραφή και στην παθιασμένη αυτοκυριαρχία που αυτή η γραφή υπηρετεί. Οπως μερικά δικά μας λαϊκά παραμύθια, το κείμενό της καλωσορίζει το γκροτέσκο και την ακραία βία, αλλά ενώ απαξιώνει κάθε πιθανότητα αποκατάστασης ή λύτρωσης, συντελείται, εδώ, η διαυγέστερη παραστατικότητα.

 

http://critique.gr/index.php?&page=article&id=225 της ΑΡΧΟΝΤΗΣ Κ
18/3/2009

«Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου», έγραφε το 1921 ο Βιτγκενστάιν στο έργο του Tractatus Logico Philosophicus. Ίσως αυτό να είχε στο νου της η Erpenbeck στο τελευταίο της βιβλίο.

Γεννημένη στο Βερολίνο της τότε Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, έχει καταφέρει να μετουσιώσει τα προσωπικά αλλά και πολιτικά της βιώματα σε λογοτεχνία ουσιαστική, ενώ παράλληλα έχει καθιερώσει τη δική της, ιδιαίτερη φωνή και γραφή.

Το Παιχνίδι με τις λέξεις είναι η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, το οποίο μεγαλώνει σε απροσδιόριστη χρονική στιγμή και σε έναν τόπο που δεν κατονομάζεται, ζώντας μια κανονική -ως επί το πλείστον- ζωή. Αποδεικνύεται, όμως, δανεική, μιας και το κορίτσι είχε απαχθεί ως βρέφος από τους πραγματικούς της γονείς και ο θετός της πατέρας είναι βασανιστής του καθεστώτος που κυβερνά στη χώρα. "Στο αίμα μου είναι γραμμένο ότι ο πατέρας μου δεν είναι πατέρας μου, η μητέρα μου δεν είναι μητέρα μου, και τα λοιπά, λένε". Η αποκάλυψη αυτή γίνεται αργά και βασανιστικά. Έχει προηγηθεί η προσπάθειά της να μάθει τον κόσμο μέσα από τις παιδικές της ερωτήσεις, καθώς προσπαθεί να οριοθετήσει και να σημασιοδοτήσει τις δικές της λέξεις. Αυτή, όμως, η διαδικασία περνά από φίλτρο: οι πυροβολισμοί είναι λάστιχα που σκάνε, ο κόσμος που εξαφανίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη έχει πάει διακοπές σε εξωτικούς προορισμούς. Πριν προλάβει καν να τους δώσει μια ανάγνωση η ίδια, ο περίγυρός της, η οικογένειά της έρχονται να επενδύσουν αυτά τα συμβάντα με τις λέξεις που αρμόζουν για να διατηρηθεί η τάξη. Η κατονομασία είναι αυτή που προσδίδει υπόσταση και οριοθετεί, αυτή που κάνει κάτι πραγματικό. Η πραγματικότητα του κοριτσιού είναι έτσι κι αλλιώς οριοθετημένη από τις λέξεις που τις επιτρέπονται.

Αυτό το σύνορο σπάει με τρόπο επώδυνο. Η αποστασιοποίηση και η ακρίβεια της Erpenbeck, στην παράδοση ακόμα και της Τρέλας της Ημέρας του Μπλανσό, κάνουν το κείμενο σιγά σιγά να ραγίζει και να αποκαλύπτει μια πραγματικότητα τόσο φριχτή, που ίσως οι λέξεις τελικά να μην είναι αρκετές για να περιγράψουν. Ο παραληρηματικός της λόγος, στις παρυφές της αυτόματης γραφής, ακολουθεί με χειρουργική ακρίβεια τις σκέψεις ενός κοριτσιού που διαπιστώνει ότι δεν ανήκει πουθενά – ή τουλάχιστον, πουθενά πέρα από τα όσα του επιτρέπουν οι λέξεις του. «Πατέρας και Μητέρα. Μπάλα. Αυτοκίνητο» - οι ερμηνείες καταρρίπτονται καθώς αποκαλύπτεται η αλήθεια για τον θετό της πατέρα. Εκείνος θα της μιλήσει για τις άλλες λέξεις, τις λέξεις των Άλλων, που κρύβονται μέσα στο σώμα τους και πρέπει να βγουν πάση θυσία: «Πρέπει κάθε λέξη να τη βγάζουμε απ' τη μύτη. Γίνεται και με κρεμάστρα αν δεν βρίσκεται κάτι άλλο πρόχειρο εκείνη τη στιγμή». Αυτές οι λέξεις είναι που απειλούν το καθεστώς που υπηρετεί ο πατέρας. Ο θάνατος αυτών των ανθρώπων θα τους δώσει το τελευταίο όνομα που μπορούν να αποκτήσουν: εκείνο που χρειάζεται για να τους αναγνωρίσουν μετά θάνατον.

Η Erpenbeck δείχνει βήμα βήμα την παιδικότητα να δηλητηριάζεται από τις λέξεις του πατέρα. Δείχνει ένα κορίτσι να χάνει καθετί που θα μπορούσε να την κρατήσει στερεωμένη στον κόσμο αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ένα απολυταρχικό καθεστώς καθορίζει ποιο λεξιλόγιο επιτρέπεται και ποιο όχι και τι σημαίνει αυτό για τη δημιουργία ενός σύμπαντος μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να κινηθεί. Οι λέξεις της ίδιας της Erpenbeck είναι γραμμένες με μαθηματική ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα παράταιρο στον χείμαρρό της. Ελέγχει απόλυτα τα μέσα της και υποδόρια φτάνει στην ουσία των πραγμάτων, προσδίδοντας χαρακτηριστικά θρίλερ στην ιστορία της.

Όσοι είναι πιθανόν εξοικειωμένοι με το έργο της (στα ελληνικά κυκλοφορούν Η ιστορία του γερασμένου παιδιού και η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα, αμφότερα από τις εκδόσεις Ίνδικτος), εδώ θα τη βρουν ακόμα πιο σκοτεινή και επίμονη. Όσοι τη συναντούν πρώτη φορά, θα χρειαστεί να της δώσουν αμέριστη προσοχή γιατί η Erpenbeck δεν ενδιαφέρεται για εύκολους εντυπωσιασμούς, αλλά για μια πραγματικά ουσιαστική σχέση με όσους τη διαβάζουν.

Το επίμετρο, που περιλαμβάνει ένα άρθρο του Tom Schimmeck για τους αγνοούμενους της Αργεντινής όσο κι ένα κομμάτι που έχει γράψει η ίδια η Erpenbeck σχετικά με την ορολογία που είχε οριοθετήσει τα δικά της παιδικά χρόνια στο ανατολικό Βερολίνο, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά. Κανένα, όμως, από τα δύο, ας μη γίνει δεσμευτικό ως προς την ανάγνωση της ιστορίας. Ας σημειωθεί ότι η μη κατονομασία τόπου και χρόνου δεν προσδίδει απλώς καθολικότητα στα όσα λέγονται αλλά και καθιστά το κείμενο απολύτως ανοιχτό στις ερμηνείες.

Ο μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης, εις βάθος γνώστης του έργου της συγγραφέως (έχει μεταφράσει επίσης τα δύο προηγούμενα έργα της), είναι ο πλέον ικανός να ακολουθήσει και να μεταφέρει στη γλώσσα μας τις ανάσες ενός κειμένου που σε κρατά στην άκρη της καρέκλας σου με αγωνία ως το τέλος.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: