
O Federigo Tozzi γεννήθηκε στη Σιένα την πρώτη Ιανουαρίου του 1883. Ο πατέρας του διατηρούσε εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Σε αυτό εργαζόταν και η μητέρα του, που πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν δώδεκα ετών. Οι σχέσεις με τον πατέρα του, ο οποίος έκανε και δεύτερο γάμο, ήταν συγκρουσιακές ωστόσο, η ταραχώδης πορεία των βασικών σπουδών του με τις πολλαπλές αποβολές και μεταγραφές, φαίνεται να οφείλονταν και σε εγγενή στοιχεία του χαρακτήρα του, πέραν της άρνησής του να ακολουθήσει τον δρόμο που ο κηδεμόνας επιθυμούσε και ο οποίος, έβλεπε στον γιό του τον συνεχιστή των δικών του ονείρων.
Αρχικά εργάστηκε ως σιδηροδρομικός υπάλληλος, αλλά ανέλαβε τη διεύθυνση του οικογενειακού πανδοχείου μετά τον θάνατο του πατέρα του. Το 1900 ίδρυσε το εθνικιστικό, δεκαπενθήμερο περιοδικό La Torre μαζί με τον φίλο και επί σειρά ετών συνεργάτη του, Ντομένικο Τζουλιότι. Τα πρώτα του δημοσιευμένα έργα ήταν οι μέτριες ποιητικές συλλογές La zampogna verde (1911) και La città della vergine (1913).
Το 1914 ξεκίνησε μια αβέβαιη διαβίωση ως λογοτεχνικός δημοσιογράφος στη Ρώμη, όπου γνώρισε τον Πιραντέλο, ο οποίος στη συνέχεια τον υποστήριξε. Οι λογοτεχνικές του γνωριμίες διευρύνθηκαν συμπεριλαμβάνοντας τους Γκράτσια Ντελέντα, Γκοφρέντο Μπελόντσι και Σιμπίλα Αλεράμο. Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωσε τα σημαντικότερα έργα του: Con gli occhi chiusi (Με κλειστά μάτια, 1919), Tre croci (Τρεις σταυροί, 1920) και Il podere (Το αγρόκτημα, 1921). Και τα τρία είναι βαθιά ριζωμένα στην ύπαιθρο γύρω από τη Σιένα, η οποία αποτελεί το σκηνικό και θέτει τους βασικούς περιορισμούς για τους χαρακτήρες, αν και υπάρχει επίσης ένα ισχυρό αυτοβιογραφικό στοιχείο που πηγάζει από τις συγκρούσεις του Tozzi με τον αγρότη πατέρα του. Η αφήγηση διερευνά λεπτομερώς τα πάθη και τις δυσλειτουργίες ατόμων που διχάζονται ανάμεσα στην απληστία και σε εξουθενωτικές ψυχολογικές αδυναμίες, καθώς αγωνίζονται μάταια να αποκτήσουν και να διατηρήσουν περιουσία και να πραγματοποιήσουν όνειρα που, τελικά, το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους καταστρέψουν.
Σε λογοτεχνικούς όρους, ο Tozzi έχει οφειλές προς την επαρχιακή τοσκανική αφηγηματική παράδοση που εκπροσωπούν οι Φερντινάντο Παολιέρι και Ρενάτο Φουτσίνι, αλλά διδάχθηκε επίσης από τον Βέργκα και τον Ντοστογιέφσκι, από τη νέα ψυχολογία του Ουίλιαμ Τζέιμς και από τις νευρολογικές έρευνες του Πολ Ζανέ. Το πρωτότυπο μείγμα νατουραλισμού, ψυχολογισμού και αυτοβιογραφίας που δημιούργησε άσκησε ισχυρή επιρροή σε μεταγενέστερους Τοσκανούς συγγραφείς, όπως οι Μπενεντέτι, Μπιλένκι, Κασόλα και Πρατολίνι. Ο Τότσι πέθανε το 1920 από έναν συνδυασμό γρίπης και πνευμονίας.
Αν και ήταν ελάχιστα γνωστός ακόμη και στην πατρίδα του την εποχή του θανάτου του, τις επόμενες δεκαετίες ο Tozzi άρχισε να θεωρείται ένας από τους πρώτους Ιταλούς μοντερνιστές και άσκησε σημαντική επιρροή σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του κινήματος. Ο Ίταλο Καλβίνο τον θεωρούσε έναν από τους μεγάλους Ευρωπαίους συγγραφείς ιταλικής καταγωγής. Το ύφος του Tozzi είναι περιεκτικό και λακωνικό. Σύμφωνα με τον Αλμπέρτο Μοράβια, ο Tozzi ήταν ικανός να περιγράφει μεγάλες τραγωδίες με απλά λόγια.
Σε μια Σιένα πνιγμένη από στενότητα και κακεντρέχεια, τρία αδέρφια –ο Giulio με τα παλιά βιβλία, ο Niccolò με τις ψεύτικες αρχαιότητες, ο Enrico με την αόριστη καλοσύνη του– ζουν μια φαινομενικά ήσυχη ζωή μέσα σε ένα παλαιοβλιοπωλείο που μυρίζει σκόνη και χρέη. Μέχρι που η πραγματικότητα χτυπάει την πόρτα: τα χαρτιά λήγουν, οι υπογραφές πλαστογραφούνται, η ντροπή απλώνεται σαν σκιά. Με αμείλικτη καθαρότητα και ρυθμό που κόβει την ανάσα, ο...
Σε μια Σιένα πνιγμένη από στενότητα και κακεντρέχεια, τρία αδέρφια –ο Giulio με τα...
Σε μια Σιένα πνιγμένη από στενότητα και κακεντρέχεια, τρία αδέρφια –ο Giulio με τα παλιά βιβλία, ο Niccolò με τις ψεύτικες αρχαιότητες, ο Enrico με την αόριστη καλοσύνη του–...