Προφίλ Κατάλογος Συγγραφείς Περιοδικό  
ΙΝΔΙΚΤΟΣ
Ο λογαριασμός μου Περιεχόμενα καλαθιού Ολοκλήρωση αγοράς
Αναζήτηση:   
  Αρχική σελίδα » Κατάλογος » Ποίηση » ΣΥΣΣΗΜΟΝ Ή ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ Ο λογαριασμός μου  |  Περιεχόμενα καλαθιού  |  Ολοκλήρωση αγοράς   
ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ - ΕΚΘΕΣΗ ΜΑΡΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΟΥΣΕΙΟ Ἐπισκεφθεῖτε τὸ ἀνανεωμένο Ἰστολόγιο τοῦ ἐκδότη τῆς Ἰνδίκτου Μανώλη Βελιτζανίδη
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
  • Βιογραφίες
  • Δοκίμια
  • Ξένη Λογοτεχνία
  • Ελληνική Λογοτεχνία
  • Ερμηνείες
  • Ποίηση
  • Έδικτα της Ινδίκτου
  • Θέατρο
  • Μονογραφίες
  • Προσωπογραφίες
  • Κριτική
  • Λευκώματα
  • Σειρά Αθωνικά
  • Μικρή Ίνδικτος
  • Ταξίδια
  • Τοπογραφίες
  • Ιδιόμελα της Ινδίκτου
  • Μουσικές Εκδόσεις
  • Παραμύθια
  • Βίοι
  • Θεολογία
  • Ασκητικά
  • Α -λήθεια
  • Verba Obscura - Σειρά Αστυνομικής Λογοτεχνίας
  • Εκτός Συνόρων/Nec Plus Ultra
  •  
    ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
     
    ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
    Ίνδικτος - τεύχος 21 - ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ
    Ίνδικτος - τεύχος 21
    ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

    15,00€
     
    Newsletter Newsletter

    Σημείωση: Οι εγγεγραμένοι πελάτες θα πρέπει να επισκεφθούν τη σελίδα Ο λογαριασμός μου για να εγγραφούν στο newsletter.

    E-mail:
    Εγγραφή
    ΣΥΣΣΗΜΟΝ Ή ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
    ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
    Σελίδες: 512
    ISBN: 960-518-218-1
    Τιμή: 35,00€

     

    Με τον τίτλο Σύσσημον (αυτό που σημαίνει το ίδιο για σένα και γιά μένα, το συμφωνημένο σημάδι) και τον υπότιτλο "Τα Κεφάλαια" (όπως για χρόνια ήταν γνωστό), συγκεντρωμένο σε έναν εξαιρετικά φροντισμένο τόμο το εκτενές ποιητικό έργο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, που μέχρι πρότινος οι περισσότεροι γνωρίζαμε μόνο εκ φήμης.

    Το βιβλίο αυτό που αποτελεί ένα από τα πιό ξεχωριστά επιτεύγματα της λογοτεχνίας μας στο πέρασμα από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα, καρπός σιωπηλής εργασίας μιάς γεμάτης εικοσαετίας, είναι ένα ταξίδι στα όρια της πνευματικής διαμόρφωσης μας χτισμένο πάνω στον αφηγηματικό καμβά ενός περιστατικού. Ανιχνεύονται πνευματικότητες που έχουν χαθεί με όλη την γεωγραφία της ελληνικής γλώσσας παρούσα.

    Kριτικές: 12
    εφ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
    19.07.2009
    Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια 1. Οταν το Νοέμβριο του 2006 από τις εκδόσεις Ινδικτος έκανε την εμφάνισή του το «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, η γνωστή για την «καλή της ανατροφή» λογοτεχνική πιάτσα πέρασε από την κατάσταση της μόνιμης πλήξης σε μια γόνιμη δίνη που συνεχίζεται ως σήμερα. 2. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχει βρεθεί Ελλην λογοτέχνης που να μην υπήρξε έστω για είκοσι τέσσερις ώρες Φιλισταίος. Η δύναμή του γιγαντώνεται από τη μετριότητά του, που αγνοεί τι εστί πυκνός λόγος. Μπροστά στην ποιητική ιδιοφυία του Παναγιωτόπουλου, αυτή η λογοτεχνική πιάτσα τα βρήκε μπαστούνια. Από την άλλη, όσες φωνές στάθηκαν ενθουσιαστικά δίπλα στο ποίημα ουδεμία σχέση είχαν με τη μιζέρια των λογοτεχνικών κύκλων. 3. Οι κριτικοί της λογοτεχνίας - κατά φαντασίαν υγιείς και αξιοθρήνητοι μεροκαματιάρηδες - μετά την πρώτη έκπληξη, ζύγισαν «κυριολεκτικά» το «Σύσσημον» και αποφάνθηκαν ότι θα μπορούσε να είχε εκδοθεί το μισό. Ορισμένοι μάλιστα προσπάθησαν να βάλουν τον ποιητή επιτέλους σ\' ένα στασίδι. Η ευκολία της συρταροποίησης δεν αποθεώνει μόνο την ντουλάπα, αλλά και την αποθήκη, μέσα από την αναζήτηση άδειου χώρου για να μπορέσει ν\' αποθηκευτεί (και να κρυφτεί) το «Σύσσημον». Δεν πρόκειται απλώς για φθόνο που έχει καταλάβει αρκετούς ποιητές, αλλά για τη δημιουργία ενός κλίματος που ευνοεί τέτοιες αντιδράσεις. Αρνούνται να δεχτούν εκείνον που έχει την ικανότητα να βουτάει όποτε θέλει στα νερά της παράδοσής μας και ν\' αναδύεται, μόνος του, χωρίς ν\' ακουμπάει πουθενά, και να ταυτίζεται μόνο με ό,τι αναβλύζει. 4. Το «Σύσσημον» μας βρήκε απροετοίμαστους, όλους χωρίς καμιά εξαίρεση, κι αυτή είναι η μαύρη αλήθεια. Τη μισή μας ζωή την περνάμε νοσηλευόμενοι σε βιβλιοπωλεία δοκιμάζοντας κάθε φάρμακο που φτάνει στο ράφι. Την άλλη μισή γυρνάμε στους δρόμους προσπαθώντας να ξεχάσουμε, για το κοινό καλό, το φάρμακο που ήπιαμε. Ακόμη και σαν ερεθιστικό παιχνίδι αν αποτιμούσε κάποιος το «Σύσσημον», και αν ήθελε σαν παίκτης να το θέσει σε λειτουργία, θα χρειαζόταν ν\' απαρνηθεί κάθε ιδέα που έχει για τον εαυτό του, γιατί το ποίημα ευνοεί ή επιδεινώνει, την κατάστασή του ανάλογα με το πόσο διεισδυτική είναι η ματιά του ως παίκτη. Το «Σύσσημον» σε δέχεται με μια κίνηση. Μια κι έξω. Οποιοσδήποτε ελιγμός εμπεριέχει, το ρίσκο, αφού μπορεί να καταλήξει σε μια ακόμη μάχη ανάμεσα στους αιώνιους αντιπάλους «αναγνώστης - ποιητής», επαληθεύοντας τον ισχυρισμό του στρατηγού Σουν Τσε ότι ο ελιγμός εμπεριέχει τόσο το πλεονέκτημα όσο και τον κίνδυνο. Το «Σύσσημον» σε κάνει ό,τι θέλει, παρακούει στο καθετί, σε μετακινεί σε πολλά κέντρα θεμελιώνοντας τη θέλησή σου στην περιφρόνηση. Δηλαδή στην πρώτη ύλη της ζωής. Τώρα πια έχεις ένα κλασικό επιχείρημα να γίνεις μέρος του. Εδώ δεν υπάρχει ούτε δημόσιος ούτε ιδιωτικός βίος. 5. Πρόταση: ένα συμπόσιο για ένα ποίημα. Ενα συμπόσιο για το «Σύσσημον».
    εφ. ATHENS VOICE του ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
    23.10.2008

    Περιφορά κλονισμένης φωνής

    Φαντάζομαι τον αναγνώστη που θα σταθεί μπροστά σ’ αυτό το ογκώδες βιβλίο – ένα βιβλίο που είναι ποίημα με τον τρόπο της μυθιστορίας, μυθιστορία με τον τρόπο της εξομολόγησης, εξομολόγηση με τον τρόπο της αφηγηματικής αγρυπνίας ή της ομαδικής αυτοβιογραφίας. Το «Σύσσημον» έλκεται από μυστικά κείμενα (ορθόδοξα, εβραϊκά, μουσουλμανικά) –σε επίπεδο πνευματικού κέντρου– και από τους τρόπους της μεσαιωνικής αφήγησης – σε επίπεδο έκφρασης.
    Ως γνωστόν, το βιβλίο χτιζόταν επί μια εικοσαετία, κομμάτι κομμάτι, και μοιραζόταν σε φίλους· λειτουργούσε σαν το μυστικό σεσημασμένων αναγνωστών που τους ένωναν τα λαθρόβια φυλλάδια του Νίκου. Κι αυτή ακριβώς η αρχιτεκτονική γραφής αντανακλά το ήθος του ανθρώπου αλλά και του κειμένου, καθώς αμφότερα κατακλύζονται από τη στρατηγική της ανυπόμονης υπομονής.
    Το «Σύσσημον» ανασαίνει στο χρόνο μιας συντροφιάς, μεσολαβεί ανάμεσα σε μια συναναστροφή του πάνω και του κάτω κόσμου· εξού κι ένας τόνος ελεγειακής ειρωνείας διαπερνά όλο αυτό το κρυπτικό έπος, το οποίο μέσα από συστροφές, ασυνέχειες, παλινωδίες, ρήγματα, σιωπές και παραληρήματα λογοδοτεί, εντέλει, σε μια κλονισμένη φωνή (αυτό είναι το συμφωνημένο σημάδι, όπως μας λέει κι ο τίτλος) που περιφέρεται στη μνήμη του τόπου και της γλώσσας.
    Από τα μετρημένα, στα δάχτυλα του μονόχειρα, δημοσιεύματα για το «Σύσσημον» διαπιστώσαμε ένα μούδιασμα και μια αμηχανία. Το συνάφι τρόμαξε για την αναστάτωση του «Κανόνα» που θα επιφέρει τούτο το απροσάρμοστο βιβλίο; Ή, κατά τα ειωθότα, πρόκειται για ένα μακρύ ποίημα βραδείας καύσεως που απαιτεί το χρόνο του; Οψόμεθα.

    περ. ΚΡΙΤΙΚΗ τ. 16 του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΪΛΑΚΗ
    01.06.2008

    Το κεφάλαιο των «Κεφαλαίων» μάλλον δύσκολα ρευστοποιείται. Όχι γιατί μια ενδεχόμενη αποτίμησή του δεν είναι εφικτή. Αλλά επειδή ο δημιουργός τους, που κρύβεται από πίσω, κάθε άλλο παρά αθώος είναι. Στην πραγματικότητα, όταν βρίσκεται κανείς απέναντι σε ένα τέτοιο έργο νιώθει, μετά από λίγο, μια κάπως ομιχλώδη ενοχή. Είναι η ενοχή της εξάρτησης, ο εθισμός της ουσίας που σε αποτρέπει –ως ένα βαθμό –από το να την κρίνεις. Μια δίνη που σε κυκλώνει αργά και σταθερά, για να σε συμπαρασύρει ύπουλα, σχεδόν νωχελικά, σε μια διαδαλώδη, συναρπαστική και επώδυνη διαδρομή όπως είναι το ταξίδι του ποιητή, όπως –κατά τα φαινόμενα- είναι όλα τα ταξίδια που μας αφήνουν κάτι...

    Η ποίηση του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι εντυπωσιακά τολμηρή: Δίχως εύκολες προφάσεις και μακριά από γενικότερα αποδεκτές, δοκιμασμένες και κατοχυρωμένες εγχώριες ποιητικές συνταγές, υιοθετεί μια απευθείας συνομιλία με τις πηγές της νεότερης ευρωπαϊκής ποίησης∙ με τη βάση, τον ιστό, τις αμετροέπειες, το εύρος, τις προϋποθέσεις της, το βάθος, τις ανακολουθίες, τη γοητεία της, τοποθετώντας όλα αυτά με έναν τρόπο καθηλωτικό στο σήμερα. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης έργο, μια εκτενέστατη ποιητική σύνθεση που πλησιάζει τους 10.500 στίχους και η οποία χτίστηκε μέσα σε περισσότερο από δύο δεκαετίες. Μια πολυθεματική και πολυπρισματική σύνθεση, στα πρότυπα της μεσαιωνικής αφήγησης σε επίπεδο έκφρασης, ρομαντική στην αισθητική της, αλλά και διαρκώς αιωρούμενη ανάμεσα στην αποκάλυψη και την παρωδία, στην προφητεία και την έσχατη διάψευση:

    Μέσα στο δωμάτιο ήμασταν εμείς

    που διανύσαμε γυμνοί και μόνοι τη μεγάλη μαύρη εποχή.

    Το διάβα μας το μυστικό ήταν διάτρητο.

    Γεράσαμε για να καταλάβουμε

    πως φυλάγουμε ένα σκηνικό –κι ούτε μπορούσαμε να προφητέψουμε.

    Και λίγο πιιο κάτω:

    Είχαμε δει ό,τι περισσότερο είχαμε ανάγκη

    να γίνεται ένα τίποτα. Δεν προφητεύεται αυτό-

    σκαλώσαμε και μείναμε.

    Το «Σύσσημον» συνδιαλέγεται, λοιπόν, υποδειγματικά με τον πυρήνα της ρομαντικής ποίησης. Όπως είναι γνωστό, οι ρομαντικοί ποιητές, από τον Κόλριτζ με τις «Λυρικές Μπαλάντες» του (1978) και τα λυρικά έργα του Γουόρντσγουορθ έως τον Λόρδο Βύρωνα, τον Πέρσι Σέλεϊ, τον Ρόμπερτ Μπερνς και τον Τζον Κητς στη Μ. Βρετανία, τους Χέλντερλιν, Σίλερ και Γκαίτε στη Γερμανία ή τον Βίκτορα Ουγκώ στη Γαλλία, άφησαν –ως επί το πλείστον- τη φαντασία τους να ξεχυθεί αποφασιστικά προς το παρελθόν, τις λαϊκές ποηγές της μεσαιωνικής και χριστιανικής Ευρώπης, μακριά από περιοριστικούς κανόνες, δημιουργώντας εν τέλει ποιήματα – ποταμούς μοναδικής λυρικής ευγλωττίας: Κύρια συστατικά ενός τέτοιου ποιητικού προσανατολισμού είναι ο αναπλαστικός οραματισμός και ένα ασυγκράτητο πάθος, μια –θα έλεγε κανείς- συσσωρευμένη ενέργεια που αποδεσμεύεται μέσα από συνδυασμούς των πλέον απρόσμενων συνειρμών. Έτσι, ο ρομαντισμός έμελλε να αποτελέσει μια τεράστια ποιητική επανάσταση, απελευθερωτική και καταιγιστική, με αισθητικά γνωρίσματα τη μεγαλόπνοη έμπνευση, το πολύστιχο ορχηστρικό ποίημα, τον πλούτο των ρυθμών, τον άφθονο λεκτικό λυρισμό, μια πληθώρα από εικόνες, μεταφορές και αλληγορίες, την τάση για το παράδοξο και το μυστηριώδες, την καταφυγή στο όνειρο, την πλούσια αλλά και ανεξέλεγκτη θεματογραφία – με άλλα λόγια, μια ποίηση πλημμυρισμένη από μια λυρική, μετρική, γλωσσική και εικονοπλαστική φαντασμαγορία. Μέσα από την ορμή και την παραφορά της ρομαντικής αυτής ποιητικής έξαρσης, δημιουργήθηκαν ζωηρόχρωμα λυρικά έργα στα οποία κυριαρχεί ο τόνος της μεγαλόφωνης δημόσιας εξομολόγησης ενός πάνοπλου εγώ. Αυτός είναι ο φυσικός χώρος του Ν. Παναγιωτόπουλου ο οποίος διαθέτει την ξεχωριστή ικανότητα να συνδυάζει ταυτόχρονα σε μια εικόνα, σε μια διατύπωση, σε μια περιγραφή, σε ένα υπαινιγμό, τα πιο παλιά μυθολογικά σύμβολα με την πληγωμένη ανθρώπινη εσωτερικότητα:

    Όλες μου οι αρχές συντρίφτηκαν από την εμπειρία

    και πάνω απ’ τα συντρίμμια τους δεν ήθελα

    ούτε δάσκαλο ούτε δικαστή ούτε πατέρα

    παρά ένα φίλο

    και κρύφτηκα πίσω απ’ τη γλώσσα-

    θα γκρεμιζόντουσαν οι μύθοι.

    Ενώ αλλού:

    Κοιμάμαι το άρωμά της.

    Κοιμούνται τα νερά. Κοιμάται η θάλασσα.

    Κοιμούμαι πάνω στο σταυρό.

    Μόνο ένα μεγάλο πάθος (σαν το δικό μου)

    μπορεί να διαπράξει τούτο το αμάρτημα:

    του ύπνου πάνω στο σταυρό.

    Απ’ την άλλη, ωστόσο, ο Παναγιωτόπουλος αν και ιδανικός κάτοχος της ρομαντικής φαντασμαγορίας, από αλλού έρχεται και αλλού πηγαίνει. Αυτό γίνεται αντιληπτό σε όλα τα μήκη και πλάτη του ποιήματός του, αφού είναι εξ ολοκλήρου διαποτισμένο με τη λεπταίσθητη ειρωνεία μιας κλονισμένης φωνής που κρατάει μια απόσταση από τα πράγματα:

    Ενώ λοιπόν είμαι άρχοντας

    και είμαι φτιαγμένος για τη διασκέδαση

    η φύση με βάρυνε με τη μοίρα

    να σκέφτομαι δραματικά

    να μην ελευθερώνομαι ποτέ από κάτι που κάνω

    και αιώνια να δίνω λόγο για τις πράξεις μου.

    Με άλλα λόγια, το παραφουσκωμένο λυρικό εγώ των ρομαντικών ποιητών, γίνεται στην περίπτωσή του ένα εγώ που ασφυκτιά, που δεν το χωράει ο τόπος, που αιμορραγεί, που αδυνατεί να λυτρωθεί, να εκτονωθεί και να εκτονώσει, να ξεφύγει από την μοίρα του που δεν είναι άλλη από την αναμέτρηση με το άπειρο και την ανέκκλητη ήττα:

    η χίμαιρα που μας ωθεί να ζήσουμε στις γωνιές

    μ’ έσπρωξε στην τρώγλη της αυτοκριτικής

    έμεινα χρόνια σ’ αυτήν την τρώγλη στο τέλος ήπια απ’ το αίμα μου.

    Στην ουσία, αυτό που επιτυγχάνει είναι να εστιάζει στην αιωνιότητα με τη μεσολάβηση του πρόσκαιρου, ισορροπώντας εξαιρετικά το εσώτερο και το αφηρημένο με το εξωτερικό και το συγκεκριμένο:

    Τώρα πάντως έπεσε η πρώτη φτυαριά.

    Πόσο θα της μοιάζει και η τελευταία

    ούτε ο λογοτέχνης δεν θα μπορούσε να το πει.

    Κακό που σε βρήκε, θα γίνεις πνεύμα.

    Ενώ λίγο πιο πριν μιλώντας για την απώλεια ενός φίλου αποφαίνεται πικρά και ειρωνικά:

    Τίποτα δεν είναι αθάνατο. Πολύ σκληρή είναι η ζωή

    αλλά μετά είναι όλα εύκολα. Παρηγορηθείτε.

    Σε κάθε περίπτωση, η ποίησή του είναι ένα κράμα πεζού και ποιητικού λόγου και επιχειρείται μέσω αυτής μια αποσπασμαντική ανασύνθεση του κόσμου και της πανανθρώπινης εμπειρίας μέσα από αναδρομές σε όλες σχεδόν τις λογοτεχνικά επεξεργασμένες γλώσσες, τις ιστορίες και τις μυθολογίες:

    Διός και Ποσειδώνος αστρική σύνοδος

    Ρέματα θυμωμένα

    ερημικό κρεβάτι

    κλάμα λύκου-

    Θα τέλειωσε η αναζήτηση του Αγγέλου

    που είναι το μυστήριο του άλλου – (Κι άραξα σε πέτρες.)

    Και βροντολογάει θεολογία.

    Το ‘να ξοπίσω στ’ άλλο τα αστροπελέκια της θλίψης

    Γιόμισαν τα ουράνια θεολόγους.

    Ή αλλού:

    σποραδικά αντικρίζω ό,τι ο Κέλτης ονόμασε: η επινόηση της αιωνιότητας.

    Ο Παναγιωτόπουλος προστρέχει, λοιπόν, στην πρόζα για να αντλήσει τη μυστική ιδιότητα από τα πράγματα του κόσμου, τη βαθύτερη ουσία της και να την προσδώσει στο στίχο με την απλότητα της ομιλίας. Αυτό που προκύπτει είναι μια νέα μουσική φράση που γίνεται αντιληπτή ως ένα κυματισμός αμεσότητας:

    Κοίταξα και χαμογέλασα. Όλη η ανθρωπότητα είναι

    που φροντίζει τον τάφο ενός που δεν αγάπησε.

    Παράλληλα, όμως, συνυπάρχουν το έντονα λυρικό στοιχείο με μια μυστηριώδη μεταφυσική ύλη και αντισταθμίζουν το αποκαλυπτικό ύφος του ποιήματος δίνοντας πρόσκαιρες διεξόδους στο ξετύλιγμα της επώδυνης ανθρώπινης περιπέτειας:

    Τώρα ανακαλώ ένα φάσμα ερωτισμού....

    Φέρνω κοντά μου την πτώση της ύλης στην σιωπή.

    Ενώ, αλλού:

    Και δύο αχτίνες του ήλιου

    μέσα στη νύχτα

    πέσαν στα μάτια μου-

    τα μάτια της.

    Συντρίμμι

    Εγκάρδιε νυχτερινέ ήλιε

    είμαι ανθρώπινο συντρίμμι.

    Μαλίστα, κάποτε ξαφνιάζει με τις συναισθηματικές του εξάρσεις που λειτουργούν εξίσου εκτονωτικά:

    Ουράνιο τόξο φεγγαριού-

    Γεφύρι από κόκκινο χρυσάνθεμο-

    Καντήιλα στην ομίχλη-

    Μην κλαις αγάπη μου.

    Όπως και να ‘χει, ο επικός χαρακτήρας του έργου συντηρείται αραγής μέσα από τις πολύστιχες ραψωδίες με την ανακεφαλαιωτική τους πυκνότητα και τους ακτινωτούς υπαινιγμούς, την περιπαιχτική διάθεση και τον ασίγαστο εσωτερικό λυγμό:

    Όλοι είμαστε σα να μην υπήρξαμε ποτέ

    δεν βλέπω την ακτή της λογικής-

    δε μπορώ να βρω το μίσος κάτω απ’ τα δάκρυα.

    Μόνο που το επικό στοιχείο συντηρείται για να υπονομεύεται εκ των έσω, δοκιμάζοντας τα όρια της γλώσσας με επαναλήψεις οι οποίες επιφέρουν μια παράξενη έμφαση στις έννοιες, αλλά και με αποσπασματικές εκφορές του λόγου∙ αυτές είναι που εσκεμμένα δημιουργούν ρωγμές στην ίδια τη σύνθεση υποδηλώνοντας μια μάλλον αναπόδραστη ματαιότητα πίσω από την περιπέτεια του διανοήματος, της παράδοσης, των κάθε λογής αναζητήσεων:

    Τραβήχτηκα στη μικρή εσχατολογική νήσο της αποτυχίας όλων των αναζητήσεων

    και είχα στα χέρια μου τη φθορά μιας παράδοσης που μόνο στα έσχατα θα ξεπεραστεί-

    είχα στα χέρια μου φθορά κι αντινομία.- Μ’ έφερε στην τέχνη η χίμαιρα που μας ωθεί να ζήσουμε στις γωνιές –Κι από τότε τρέφω γι’ αυτήν τη χίμαιρα κακία πουλιού

    έτσι γνώρισα την περιοχή του οίκτου για τη σοφία

    αυτού του κόσμου που εμώρανε ο Θεός.

    Συνολικά πρόκειται για μια εκπληκτική, από κάθε άποψη, σύλληψη που συχνά στέκεται αμήχανη μπροστά στους συνεχώς επαναπροσδιορίσιμους στόχους της. Εξ ου και ο υπότιτλος «Τα Κεφάλαια» που δεν αναφέρεται μόνο στην χρονική αποσπασματικότητα των συνθηκών της σύνθεσης, αλλά και στην –εκ των πραγμάτων- αδυναμία μιας ποιητικής ιδιοφυΐας να ελέγξει πάντοτε τις μάλλον αχαλίνωτες εξάρσεις της. Αυτή είναι –εν τέλει- και η ξεχωριστή γοητεία της: Η μεγαλόπνοη γενίκευση που συνειδητά αφήνεται να παγιδευτεί στα ίδια της τα θεσπίσματα. Ή, αλλιώς, μια επιβλητική και αποκαλυπτική παραδοχή των ορίων της γλώσσας, από έναν ποιητή που γνωρίζει – καλύτερα από τους περισσότερους – τη θνησιγένεια της αποκάλυψης...

    εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
    24.08.2007
    «Η πνευματική ομορφιά δεν είναι αυτόματη, αλλά βραδυφλεγής»

    Συνέντευξη

    Με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο οργανώνουμε αυτή τη συνομιλία τουλάχιστον μία δεκαετία -από τη λαθρόβια εποχή του «Σύσσημον». Ο Νίκος συνεχώς μετέθετε το όριο του δημοσιοποιημένου διαλόγου μας, με μονότονο επιμύθιο: «Εχουμε καιρό μπροστά μας». Εχουμε καιρό μπροστά μας, έχουμε καιρό πίσω μας (αυτό να λέγεται...), ήγγικεν μάλλον η ώρα που τα «Κεφάλαιά» του κεφαλοποιήθηκαν σ\' έναν επιβλητικό και καλαίσθητο τόμο.

    Ο άνθρωπος της γραφής ουσιαστικά μοιράζεται (άλλοτε με το αίσθημα του διαμελισμού κι άλλοτε με της παλινδρόμησης) ανάμεσα στην αδημονία και στη διστακτικότητα, σε τέτοιο βαθμό που όλα τ\' άλλα -φανερά και αφανέρωτα, εντός και εκτός κειμένου- να φαντάζουν ασήμαντες λεπτομέρειες.

    Μ\' άλλα λόγια, η κρίσιμη αναμέτρηση με τον χρόνο (πραγματικό και αφηγηματικό) του καθενός ανάγεται ίσως στην αυθεντικότερη (και μοναδική;) φιλοδοξία της τέχνης. Αυτό ακριβώς είναι το κρυφό «τι» και το κρυφότερο «πώς» αυτού του παλίμψηστου βιβλίου που έχει το μαγικό προνόμιο να συμπυκνώνει την ωρίμανση ενός ψυχισμού και την αγωγή μιας φωνής στο βάθος μιας εικοσαετίας.

    Εξού και οι ωσμώσεις, οι μεταμορφώσεις, οι συστροφές, τα ανοίγματα, οι παύσεις (ειδικά αυτές...), οι ανακεφαλαιώσεις που συμβαίνουν στον διπλό χρόνο (επινοημένη ζωή/βιωμένη αφήγηση) αυτού του αμετανόητα υβριδικού κειμένου, είναι όντως συναρπαστικές. Αρκεί, βέβαια, να έχεις το μαράζι της εσωτερικής ακοής· δηλαδή την κλίση να αφουγκράζεσαι την απόλαυση ως μια διαρκή εκκρεμότητα ανάμεσα στη βάσανο και στη χάρη.

    ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

    - Εργάστηκες επί εικοσαετία σε φαρμακαποθήκη. Συμμετρικά, μία εικοσαετία χρειάστηκε για να τυπώσεις το Σύσσημον («Ινδικτος») στην παρούσα μορφή. Πώς πέρασες από το εμπόριο φαρμάκων στο εμπόριο λέξεων...

    «Από το εμπόριο στην τέχνη του πτωχοκομείου και της σοφίτας -στην πιο φτωχιά από τις αδελφές, στη μνηστή του θανάτου, όπως την έλεγε ο Γκάτσος, στη διακονία της αγράμματης που ξέρει την αλήθεια, πέρασα με μικρές οικονομίες, με μεγάλες υλικές απώλειες και με αγωνία ατέρμονη (το σκοτάδι εκείνης της αγωνίας δεν έχει διαλυθεί, με προστατεύει ακόμα) και σχεδόν γνωρίζοντας ότι θα συντριβώ -βέβαια δεν είχα συνυπολογίσει και τα πάντα, γιατί σ\' αυτό τον χώρο του ζόφου, όπου ο ιππότης χάνει την υπόληψή του συνεχώς και ο ιερέας την πίστη του συνέχεια κάποια έλλειψη υπολογισμού συνυπολογίζεται ως απαραίτητη για το εγχείρημα. Δεν είπα τη λέξη ιερέας έτσι στον βρόντο, την είπα γιατί για μένα αυτό σημαίνει συγγραφέας. Συμμερίζομαι τη γνώμη του Φόουλς, πως από εκεί έλκει την καταγωγή του αυτό το επιτήδευμα - αυτή η αποστολή. Στη γραφή, στο μέγα μοναστήρι στις κορυφές όπου λατρεύεται η μνηστή του θανάτου, όταν μπήκα, σταμάτησα να εμπορεύομαι».

    - Σκέφτομαι τον αναγνώστη που θα σταθεί απέναντι σ\' αυτό το ογκώδες βιβλίο· ένα βιβλίο που είναι ποίημα με τον τρόπο της μυθιστορίας, μυθιστορία με τον τρόπο της εξομολόγησης, εξομολόγηση με τον τρόπο της ανασκαφής λέξεων, της ομαδικής αυτοβιογραφίας, της περιφοράς μιας κλονισμένης φωνής. Δεν νομίζεις ότι του βάζεις πολλά;

    «Το πλεκτό του κειμένου έχει πολλές υφάνσεις. Η λόγια παράδοση, η δημοτική, όχι η ψυχαρική, η λαϊκή, η εκκλησιαστική, λεκτικό υλικό από πολλές διαστρωματώσεις, κάποιες στιγμές λίγο αναχρονιστικό, προς το \'30· νομίζω πως μαζί με τον αυστηρό ειδωλολατρικό ρυθμό, την εικόνα, τον φιλοκαλικό, που είναι εσωτερίκευση, το ανάποδο καλούπι της αυστηρής γλυπτικής και της τραγωδίας, το καταφρονημένο λαϊκό ήταν η υψηλότερη ελληνική σύνθεση που ένωσε τους κόσμους των δύο θρησκειών όπου υπήρχε πέρασμα, είμαστε ένας κόσμος που άλλαξε θρησκεία, τη δεξιωθήκαμε ψυχικά και γλωσσικά, αλλά τώρα πρέπει να καταδυθείς για να δεις τη βυθισμένη μητρόπολη και να επισκεφθείς το πέρασμα, πάνω από το νερό δεν υπάρχει τίποτα πια. Ναι, τα νήματα είναι πολλά. Το κείμενο στην καλύτερη περίπτωση πολύτροπο, στη χειρότερη ναυαγισμένο. Μπροστά στην αποκοτιά του εγχειρήματος χαίνει γκρεμός -και οι γκρεμισμένες γέφυρες ανήκουν στην εικονοποιία του έργου. Είπες πριν ομαδική αυτοβιογραφία· μου φέρνει στον νου μια εσχατολογικών παρασημάνσεων παρανάγνωση του τίτλου Σύσσημον που έκανε φίλος με βαθιά ματιά. Σύσσημον εκτός από συμφωνημένο σημάδι θα πει και κοινός τάφος. Κοινός τάφος ή Τα Κεφάλαια. Η έγερση ενός μνημείου, μια έρευνα για τα υπερκράματα (τις μείξεις των παραδόσεων) και η ολοκλήρωση ενός ταξιδιού είναι οι κύριοι άξονες».

    - Το βιβλίο αυτό χτιζόταν κομμάτι κομμάτι και μοιραζόταν σε φίλους και υποψιασμένους αναγνώστες. Αυτή η αρχιτεκτονική γραφής και έκθεσης έχει μια πλευρά ανασφάλειας, άγχους, συντριβής και μια πλευρά οίησης, υπέρμετρης εμπιστοσύνης, και στρατηγικής. Μοιάζει να λες ταυτόχρονα: δεν είμαι άξιος να συγκριθώ με το σινάφι και τον καιρό μου και είμαι τόσο άξιος που θα βγω έξω από τους κανόνες της αγοράς και της δημοσιότητας...

    «Αλλο λιγότερο άλλο περισσότερο, όσα ανάφερες απαρτίζουν τον χαρακτήρα μου».

    - Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Σύσσημον έλκεται από μυστικά κείμενα (ορθόδοξα, εβραϊκά, μουσουλμανικά) -σε επίπεδο ενός πνευματικού κέντρου- και των τρόπων της μεσαιωνικής αφήγησης- σε επίπεδο έκφρασης;

    «Οι μακρές μεσαιωνικές μυθιστορίες, η μεσαιωνική αλληγορία, Κρετιέν ντε Τρουά, Εσενμπαχ, Κυρ-Γκοβέν και Πράσινος Ιππότης... Εχω ασχοληθεί όχι μόνο με τα σπουδαία αλλά και με τα πιο πληκτικά. Εχω μείνει καιρό με τον κόσμο που τρέλανε τον Δον Κιχώτη. Αγαπώ το μεσαιωνικό και ρωμανικό, την αλληγορία και το σύμβολο. Εχω μείνει επίσης καιρό στις αποθήκες με τις παρακαταθήκες της αλήθειας, τις σοφιανικές, τις φιλοκαλικές και τις σούφικες. Το Σύσσημον έλκεται από πνευματικότητες που δεν μπορούν πια να βρουν το ρεύμα της Ιστορίας -χωρίς αυτές τις πνευματικότητες που δεν έχουν πια δρομολόγια δεν υπάρχει συμφωνημένο σημάδι αναγνώρισης για να διαβαστεί το κείμενο· είναι χτισμένο αποκλειστικά με αυτές, είναι καθηλωμένο, είναι σύγχρονο μόνο με τη θρησκευτική προσήλωση, σύγχρονο με το άχρονο. Οταν η αγία Σιμόνη Βέιλ διατυπώνει ότι το μυστήριο του ωραίου στη φύση και στις τέχνες (στις τέχνες μόνο στις κορυφαίες τους στιγμές) είναι μια αισθητή αντανάκλαση του μυστηρίου της πίστης -το ασπάζομαι. Βεβαίως πρέπει να προσεχτεί αυτό το "μόνο" και να ειπωθεί πως η καβαφική μεγάλη Κερά δεν χάνει ποτέ την αυτονομία της. Ανάμεσα στον τύπο μίμησης στη Θεία Λειτουργία και στον τύπο μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας υπάρχει ένα σημείο που αν δεν το διακρίνεις μπορείς να βρεθείς στους παγετώνες όπου παγώνει η τέχνη, βρισκόμαστε στη Ζώνη, είναι η περιοχή της μεγάλης διακύβευσης και της μαγικής σκέψης. Συνοψίζοντας με ευκρίνεια: η βόρεια ευρωπαϊκή μεσαιωνική αφήγηση από την ξένη καλλιέργεια και η φιλοκαλική από το ρωμαίικο είναι οι πιο βαθιές ρίζες του».

    - Ωστόσο πίσω από αυτό το έπος ιδιωτικών στιγμών του ομιλητή υπάρχουν κενά, ασυνέχειες, ρήγματα, χάσματα. Πώς τα βλέπεις όλα αυτά κοιτώντας προς τα πίσω;


    «Αγγίζεις πληγές: την περιφορά της κλονισμένης φωνής. Με άλλο πράγμα δεν θα καταπιαστώ, μια ζωή αυτό θα παλεύω, θα εστιάσω καλά. Οταν παραμιλάω για τα λάθη μου λέω μέσα μου: Τώρα το έργο είναι πλασμένο στο γύψο, όταν το διορθώσω θα το χύσω στο μέταλλο».

    - Συχνά ακούμε έναν τόνο προφητικό, αλλά και την παρωδία μιας προφητείας που λέει ότι μόνο μυστικό του βίου είναι η διαφάνεια σ\' αυτά που ζούμε, γράφουμε ή σκεφτόμαστε.

    «Το μνημειακό και η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι κύρια συστατικά του έργου. Το υψηλό πρέπει να εμβολιάζεται με το χαμηλό και το βιοτικόν».

    - Τη συνέχεια πώς τη βλέπεις; Θα συνεχίσεις την ίδια τακτική των λαθρόβιων φυλλαδίων;

    «Το έργο θα ολοκληρωθεί σε άλλα δύο φυλλάδια. Αν ευτυχήσει να κάνει δεύτερη έκδοση βελτιωμένη και το ένα από τα δύο έχει ετοιμαστεί, τότε θα συμπληρώσει τον τόμο. Ειδάλλως η τακτική του λαθρόβιου με εκφράζει».

    - Σε ποιο βαθμό ο μεταφραστής Παναγιωτόπουλος επηρεάζει τον συγγραφέα Παναγιωτόπουλο. Στη βραδυπορία, στην αναβλητικότητα, στις εξαντλητικές διορθώσεις πάντως πιστεύω ότι αμφότεροι καθρεφτίζονται...

    «Τα συμπεριέλαβες όλα τα προβλήματα της αγονίας μου με «ο» και της αγωνίας μου με «ω»: αλληλοκαθρεφτίζονται».

    - Εκτός από την Αντιγόνη (που ακολουθεί την τεχνική των αλλεπάλληλων γραφών του Σύσσημον) έχεις άλλα μεταφράσματα στα σκαριά;

    «Οντας μονομανής θα ήθελα να ολοκληρώσω το Αρχαίο Θηβαίικο Συναξάρι για το θέατρο, δηλαδή την Αντιγόνη και τους δύο Οιδίποδες, τους αρχαίους αγίους-αυτό μου υπεραρκεί».

    - Το Σύσσημον αποπνέει το άρωμα μιας συντροφιάς; Λες και το χέρι αυτό το οδηγούν ένοικοι του πάνω και του κάτω κόσμου. Ποιοι είναι οι φίλοι, οι πνευματικές συναναστροφές που διαπότισαν την περιπέτεια γραφής αυτού του βιβλίου;

    «Φίλε Μισέλ, ζητάς διευθύνσεις και ονόματα του πάνω και του κάτω κόσμου, ζητάς προσωπικές διαδρομές, θα έπαιρνε καιρό και χώρο η διήγηση για να φτάσω από τον κύκλο του Εκηβόλου στον κύκλο του Οικονόμου και του Φιλοπάππου, για να πάω από το χάρτινο κάστρο στην άκρη μιας εποχής σε μια ταβέρνα ιστορική και σπίτι μου. Ομως έχω να σου καταθέσω πως ένα μικρό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου στο περιοδικό του Φυλλάδιο με τίτλο "Κηδείες και Μνημόσυνα" έριξε μέσα μου τον λυτρωτικό σπόρο της ισόβιας αιχμαλωσίας μου στο Σύσσημον».

    - Από τα προσώρας δημοσιεύματα διαπίστωσα ένα μούδιασμα και μιαν αμηχανία. Κριτικοί, ποιητές και πεζογράφοι μάλλον τα έβαλαν στην άκρη. Τους τρομάζει η αναστάτωση στον Κανόνα που θα επιφέρει; Πρόκειται για ένα κείμενο βραδείας καύσεως που απαιτεί τον χρόνο του; Ποια είναι η γνώμη σου;

    «Συχνά η Τέχνη δεν είναι τρόπος να διαβαστεί αμέσως πάνω στο πρόσωπο του έργου, όπως η ψυχή στον άνθρωπο. Η αίσθηση της πνευματικής ομορφιάς δεν είναι αυτόματη αλλά βραδυφλεγής, αποκαλύπτεται σιγά σιγά. Χωρίς λοιπόν να αδικήσουμε σοβαρές μαρτυρίες που ήρθαν άμεσα, μιλάς με ακρίβεια για μια γενικότερη αίσθηση -ίσως είναι νωρίς ακόμα για την υποδοχή αυτού του κειμένου του εκτεταμένου σαν το σχίνο. Τι να κάνουν και οι νομοδιάβαστοι του κανόνα. Γιατί να μη μουδιάσουν; Μα είναι ποίημα τούτη η αφήγηση; αναρωτιούνται. Δεν είναι, απαντούν. Και αν γίνει; απορούν. Επειτα ένα έργο μπορεί να μην το συμπαθήσει ένας καιρός. Γιατί να μη μουδιάσουν; Βλέπουν ένα πλοίο να αρμενίζει τελείως αλλού από τ\' άλλα καράβια της γραμμής. Πού πάει; Και εγώ μουδιάζω. Πού πάω με την υπεραξία της μοναξιάς μου και αυτήν την πραγματογνωμοσύνη πεντακοσίων σελίδων για ένα συντρίμμι; Αλλά ως ιδρυτής μιας καινούργιας λογοτεχνικής επαρχίας, όπως κεφάτα και δημιουργικά λέει ο Φίλντιγκ, έχω δικαίωμα να θεσπίσω ό,τι νόμους θέλω εκεί μέσα».

    Εφ. LIFO του ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ
    26.07.2007

    Το χρυσό σημάδι

    Λίγα λόγια αμήχανα για το αριστουργηματικό "Σύσσημον" του Νίκου Παναγιωτόπουλου

    Τo «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (καμία σχέση με τον σκηνοθέτη) έχει πέσει σαν χρυσή πέτρα στην καρδιά της ελληνικής διανόησης. Και κανείς δεν μιλά, πέρα από ένα άρθρο του Παπαγιώργη στη LifΟ, ένα στριμμένο κομμάτι του Βέλτσου στα Νέα και κάτι τσουρούτικες αναφορές αριστερά δεξιά. Γιατί αυτό το «έπος της παρακμής», ένα ποιητικό έργο 497 σελίδων, προκαλεί απορία και αμηχανία και θέλει μελέτη, αφοσίωση και ξεκλείδωμα. Και όλοι βαριούνται. Ή φθονούν. Είναι όμως, όσο μπορώ να νιώσω, ένα εντελώς ξεχωριστό διαμάντι της ελληνικής γλώσσας. Και οι εικόνες του είναι ό,τι πιο δυνατό έχω δει στην ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Ας βγω από τον ιουδαϊκό άδη κι ας περαπατήσω πάνω στο Σκυλί της Περσεφόνης. Στην άκρη της παγωμένης τρίχας αυτού του κόσμου που πεθαίνει είνΆ ένα σπίτι που με περιμένει ο έρωτάς μου. Αναδημοσιεύω αυτούς τους πέντε στίχους, αυξάνοντας την αμηχανία, διότι αυτό το έργο διαβάζεται ολόκληρο, δεν σπάει, δεν δολώνεται, δεν ερμηνεύεται. Είναι ένα μπλοκμπάστερ για τη γλώσσα, την τέχνη, τη μορφή και το ήθος της, μια ιστορία έρωτα που διατρέχει το βασικό κορμό και δένει τους στοχασμούς με σταυροβελονιά, το αδιέξοδο μιας παρηκμασμένης γενιάς, τη δριμύτητα εκείνων που έμειναν μόνοι προκειμένου να ιστορήσουν το χαμό, τα όρια της δημιουργίας και της γλώσσας, δεκάδες άλλα θέματα που εμφανίζονται και σβήνουν σαν παφλασμοί του νου, πάντα με επίσημο τόνο, που αγγίζει το πένθος. Είμαι από τους λίγους τυχερούς που είδα αυτό το ποίημα εν τη γενέσει του. Ο Νίκος άρχισε να το γράφει πριν 20 ακριβώς χρόνια. Το κυκλοφορούσε σε φυλλάδια εκτός εμπορίου και μάζευε τους φίλους και τους το διάβαζε στο σπίτι του στου Φιλοπάππου, με φωνή δυνατή και ιερατική. Ήμουν μικρός, είχα μαγευτεί. Οι στίχοι του ακόμα μού ασκούν τεράστια επίδραση – πολλές φορές τους αναπαράγω στα κείμενά μου, τους θεωρώ δικούς μου, αισθηματική μου αγωγή. Αυτοί είναι ό,τι απόμεινε, σαν πνευματική άχνα, από εκείνα τα βράδια. Αλλά δεν λυπάμαι. Το απότοκο εκείνης της εποχής, όπου ο Νίκος «μάσαγε πέτρες» (όπως του είχε πει η Ρούλα Πατεράκη), είναι αυτό το ογκώδες αριστούργημα, το πλούσιο και πολύφυλλο – αν και αναφέρεται σε ένα κόσμο με φύλλα ξερά. Είναι το βιβλίο που θα πάρω μαζί μου το καλοκαίρι. Να το ξαναδιαβάσω με συγκίνηση και ένταση. Ένα βιβλίο σπάνιο, που ο κριτικός λόγος δεν ξέρει τι να το κάνει, γιατί είναι πολύ πάνω απΆ τα μέτρα του.

    Εφ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
    24.06.2007

    Λοξές σκέψεις για έναν ευλογημένο

    Αφορμή, το βιβλίο του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια», εκδόσεις «Ινδικτος»

    1. Στην άκρη μιας αποθήκης φαρμάκων γεννήθηκε ένας πυκνός λόγος αποφασισμένος να τα βάλει με τον πανδαμάτορα πόνο.

    2. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κάνει χοντρό παιχνίδι μονίμως εκτός έδρας. Μυρίζοντας γρήγορα το αίμα, απέκτησε το πλεονέκτημα να εμφανίζεται μπροστά στην πραγματικότητα όποτε το επιθυμεί. Αγνοώντας τους κανόνες, που συνήθως θεσπίζουν περαστικοί άνθρωποι από τη ζωή μας, επιδίδεται με ενθουσιασμό στο κυνήγι των λέξεων, «πιστεύοντας», όπως το περιγράφει ο γερο-Καντ, «σε μια άμεση και εξαιρετική επικοινωνία με μια ανώτερη φύση».

    3. Αν ο Τζελαλουντίν Ρούμι έγραψε για το χαμό του αγαπημένου, ο Παναγιωτόπουλος γράφει για την ανάστασή του.

    4. Η ελληνική γλώσσα κοντεύει να νεκρωθεί. Χρόνια ολόκληρα συναντούσα τα ελληνικά, ακίνητα στο σκοτάδι, και δεν μπορούσα να καθρεφτιστώ μέσα τους. Με το «Σύσσημον» μπορέσαμε να γνωρίσουμε τη μορφή μας.

     5. Λόγω της ανυπόφορης πτώσης μας, ο θεός αποχώρησε αιφνιδιαστικά από τα Γράμματα. Ο ποιητής ανέλαβε να δώσει τέλος σε κάθε ψευδομαρτυρία για τους λόγους της μεγάλης φυγής.

    6. Για πολλά χρόνια με βασάνιζε η φράση-καταδίκη του Tasso ότι είμαστε εν ζωή «κάτοικοι της αιώνιας σκιάς». Ο Παναγιωτόπουλος εισέβαλε στο θέατρο της αιώνιας σκιάς τη στιγμή της γενικής δοκιμής, όταν οι σκιές για μια ακόμη φορά προσπαθούσαν να υποδυθούν τους ανθρώπους και μοίρασε τους στίχους του. Σκιά κι εγώ, παρέλαβα τους στίχους που μου αναλογούσαν και, δίχως να το καταλάβω, με το βιβλίο υπό μάλης, βρέθηκα στον πέμπτο όροφο του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», δωμάτιο 516, όπου ετοιμαζόταν να φύγει, όπως μόνο εκείνος ήξερε, ο αθώος Κυριάκος Γιαντίρης, που, άτυχε κόσμε, ανάμεσά σου γύριζε και ουδέποτε τον συνάντησες. Κάθισα πλάι σ\' εκείνον που σε όλη του τη ζωή αναγνώριζε μόνο το μπάσο του και διάβασα αποσπάσματα από το «Σύσσημον», παρηγορώντας κυρίως εμένα, αφού ο Κυριάκος είχε αποφασίσει να συναντήσει επιτέλους τον κόσμο. «Στώμεν καλώς» μου είπε και δεν έκανα ξανά κουβέντα για την αιώνια σκιά και τους κατοίκους της.

    7. Αισθανόμουν ότι οι πολύτιμες λέξεις ξοδεύονται αλόγιστα στα πηγαδάκια των λογίων, όπου όλα εξαγοράζονται και όλοι συνθηκολογούν. Το μεγάλο ποίημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου έρχεται τώρα που οι ψυχές έχουν ξεραθεί περιμένοντας ένα σήμα για να ψηλαφίσουν την αλήθεια τους.

    8. Ο Παναγιωτόπουλος ευλογήθηκε και μοιράστηκε μαζί μας το χάρισμα. Επιβιώνοντας στις πιο άνυδρες δεκαετίες, έκλεισε την πόρτα στον οικογενειακό τάφο της καθημερινότητας. Οταν την άνοιξε, το πλανητάριο που μας περιέχει είχε ήδη διαλυθεί, και τα κομμάτια του περιστρέφονταν αργά στον αέρα. Αφήνοντας το βιβλίο του στη διακριτικότητά μας, αρνείται να μιλήσει γι\' αυτό, όπως ακριβώς αρνήθηκε και ο αστροναύτης Αρμστρονγκ να μιλήσει για την προσσελήνωσή του.

    1 έως 6 (από 12 κριτικές) Αποτελέσματα:  1  2  επόμενη >> 
    Οι πελάτες που αγόρασαν αυτό το προϊόν αγόρασαν επίσης
    MOPΦH KAI TYXH
    MOPΦH KAI TYXH
    ΑNTIΔPAΣH - ΠAΛINOPΘΩΣH
    ΑNTIΔPAΣH - ΠAΛINOPΘΩΣH
    ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΚΕΨΗΣ
    ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΚΕΨΗΣ
    ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ
    ¶δειο καλάθι
     
    ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 2008
     
    ΝΕΑ - ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΝΕΑ - ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
     
    ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ
    ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΒ' - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
    ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΒ' - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
    35,00€
     
    ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    Βιβλία της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
    CD της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
    Κασέτες της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
    Βιβλία Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού Της Θεοτόκου Ορμύλιας Χαλκιδικής
    CD Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού Της Θεοτόκου Ορμύλιας Χαλκιδικής
    Κασέτες Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού Της Θεοτόκου Ορμύλιας Χαλκιδικής
     
    ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ
    ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ - ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ-ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ-ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

    ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ - ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ-ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ-ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ
    10,00€
    6,00€