> ΠΟΙΗΣΗ>ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 13-14 ΠΕΝΘΗ α.'Ηλιος / β. Μόρος

ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 13-14 ΠΕΝΘΗ α.'Ηλιος / β. Μόρος

ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 13-14 ΠΕΝΘΗ α.'Ηλιος / β. Μόρος

ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 13-14 ΠΕΝΘΗ α.'Ηλιος / β. Μόρος

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

7,00 €

Αγορά

  • Σελίδες: 40
  • Σχήμα: 23,5 x 17
  • ISBN: 978-960-518-313-4

εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ
12/2/2008

Η δύναμη και η ανημπόρια της ποίησης

Αμέτρητοι είναι οι ορισμοί που έχουν δοθεί στην ποίηση, άλλοι αυστηροί, προορισμένοι για λεξικά και γραμματολογίες, κι άλλοι με μιαν αύρα λογοτεχνικότητας, αυθεντική ή κατασκευασμένη· ιδιαίτερα αφότου ρίζωσε η αυτοαναφορικότητα των ποιητών και καλλιεργήθηκε ο αυτοσχολιαστικός χαρακτήρας του έργου τους (που δεν του λείπει πάντοτε κάποιος ναρκισσισμός, ζευγαρωμένος ωστόσο με μια πεποίθηση ματαιότητας), πλήθυναν τα εγχειρήματα ορισμού και αποκρυπτογράφησης της ποιητικής τέχνης. Η τέχνη αυτή ορίστηκε σχεδόν εξαρχής συγγενής της μαγείας, για να της αποδοθεί έπειτα και το προνόμιο είτε της γειτονίας με την «αρχική» παραδείσια γλώσσα, την «αδαμική» είτε της ικανότητας να επανεφεύρει ή να επανανακαλύψει αυτήν την άφθαρτη γλώσσα, τη μόνη υποτίθεται που κυριολεκτεί, και δεν κατονομάζει απλώς αλλά ποιεί, δημιουργεί, απαθανατίζει.

Τους δικούς του ορισμούς έχει επιχειρήσει στη διάρκεια του καλλιτεχνικού του έργου και ο Δημήτρης Δημητριάδης, πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1944, ανήκει τυπικά και μόνο, δηλαδή βάσει των στοιχείων της αστυνομικής και όχι της λογοτεχνικής του ταυτότητας, στη γενιά του ’70· επί της ουσίας, δεν τον συνδέει σχεδόν τίποτε μαζί της, κι όχι μόνο επειδή πρωτοδημοσίευσε κείμενό του το 1978, ενώ πολλά μέλη της γενιάς του ’70 είχαν ήδη δώσει ικανά δείγματα γραφής αρκετά χρόνια νωρίτερα. Εκείνο το πρώτο κείμενο του Δημητριάδη λοιπόν, μια κραυγή που την ισχύ της την όφειλε στο βαθύ νόημά της και όχι στον υψηλό τόνο του σπαραγμού της, το διάσημο πλέον «Πεθαίνω σαν χώρα», πρωτοτυπώθηκε τον Απρίλιο του 1978 στο περιοδικό «Ausblicke», για να επανεκδοθεί έκτοτε αρκετές φορές από τη «Λέσχη» και την «Αγρα». Ο τίτλος του χρησιμοποιείται πια, σχεδόν ερήμην του έργου, σαν σύμβολο σε συμφραζόμενα καταγγελτικής πρόθεσης ή απογοητευμένης διάθεσης.

Ισως και λόγω αυτής της ευρύτατης χρήσης του τίτλου-σήματος «Πεθαίνω σαν χώρα», ο Δημητριάδης αντιμετωπίζει την απειλή να εκληφθεί σαν συγγραφέας του ενός έργου, και μάλιστα του πρώτου του, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι το ύψος εκείνου έμεινε ακατάκτητο στις κατοπινές προσπάθειες. Δεν είναι, όμως, κάτι τέτοιο. Στα τριάντα χρόνια της παρουσίας του έχει εκδώσει περί τα είκοσι βιβλία (ας προστεθούν οι πολλές μεταφράσεις του, έργων του Σαρτρ, του Μολιέρου, του Μαλρό, του Μπέκετ, του Μπλανσό, του Μπατάιγ κ.ά.), που χαρακτηρίζονται μεν ποιητικά ή θεατρικά, δεν είναι, πάντως, εύκολος ο διαχωρισμός τους, αν είναι καν νοητός, αφού, όπως το αντιλαμβάνομαι, για τον Δημητριάδη το διάβημα της γραφής είναι ένα, αδιάσπαστο και αδιαφοροποίητο, όσο κι αν αυτό ενδέχεται να προβληματίζει τη σκηνική απόδοση των έργων του εκείνων που εισάγονται ως θεατρικά. Είναι φορές που πιστεύω ότι για καλλιτέχνες σαν τον Δημητριάδη γράφτηκε ο στίχος του Νίκου Καρούζου (στη συλλογή του «Συντήρηση ανελκυστήρων») «δεν είμαι τίποτε άλλο από γλώσσα». Ή με τα λόγια του ίδιου του Δημητριάδη, από το βιβλίο του «Κατάλογοι 5-8» (εκδ. «Αγρα», 1986): «Φαντάστηκα όλες τις λέξεις που δεν είχα, / είμαι οι λέξεις που φαντάστηκα». Ο στόχος του συγγραφέα, η προγραμματική του επιμονή, αποτυπωμένη σε όλη την έκταση του έργου του, είναι η σωματική γραφή: εκκινεί από το σώμα, που συνήθως δηλώνεται τυραγνισμένο, πιεσμένο, κατά κυριολεξία σπαραγμένο, αποβλέποντας να συγκινήσει σωματικά καταρχάς τον αναγνώστη του (αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό στα θεατρικά έργα του) και έπειτα διανοητικά.

Είναι λοιπόν ένα έργο εν προόδω οι «Κατάλογοι», που η σταδιακή, τμηματική έκδοσή τους καλύπτει ήδη 28 χρόνια: το πρώτο βιβλίο, οι «Κατάλογοι 1-4», εκδόθηκε το 1980, το 1986 τυπώθηκαν οι «Κατάλογοι 5-8», το 1994 οι «Κατάλογοι 9», το 2001 οι «Κατάλογοι 10-12» και ο τελευταίος προς το παρόν κρίκος, οι «Κατάλογοι 13-14», το 2007. Εχει μιλήσει με πολλές φωνές σε αυτή τη διάρκεια ο Δημητριάδης: με φωνή σκληρή ή σαρκαστική, στολισμένη με ευρήματα ή απογυμνωμένη (στο νέο βιβλίο σπανίζουν οι γλωσσοπλαστικές αναζητήσεις, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε τόσο σε προηγούμενους σταθμούς των «Καταλόγων», αν θυμηθούμε τα παλαιότερα δημιουργήματα «ποθάλωση», «ποθηγέτης», «ποθηλάτης», «ποθιορκητής», «οραστές», «ωταστές», «σφαγέννηση» κ.λπ., όσο και στη νεοεκδοθείσα από την «Ινδικτο» θεατρική «Ομηριάδα» του, όπου και τα «ερωτήστατος», «απαντήστατος», «ολαίτατος», «κανείστατος»). Εχει μιλήσει με φωνή έκδηλα επιθετική και οργισμένη ή εσωτερικευμένη και μυστική (και η έκδηλη ή και προκλητική επιθετικότητα άλλωστε ακούγεται κάποιες φορές σαν το άλλο όνομα μιας αποφασισμένης ενδοστρέφειας, ενδεχομένως και αυτάρκειας), αποφατική, ιερατική ή χλευαστική, με φωνή που καταφάσκει την τέχνη και άλλοτε πάλι διατυπώνει αυστηρές επιφυλάξεις, οι οποίες παίρνουν πια μια μηδενιστική οξύτητα όταν αναφέρονται στον κόσμο εν γένει, ο οποίος εξεικονίζεται ολονέν εφιαλτικότερος. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι οι «Κατάλογοι 13-14», που υπό τον υπότιτλο «Πένθη» απαρτίζονται από δύο μέρη, «Ηλιος» και «Μόρος», καταλήγουν με το σκοτάδι και το μηδέν και μάλιστα ένα κεφαλαιογράμματο ΜΗΔΕΝ το οποίο, διασπασμένο στα δύο μέλη του στο ξετύλιγμα των στίχων (ΜΗ / ΔΕΝ), εμφανίζεται ακόμη πιο απελπιστικό και ζοφερό: «Κι έλεγε και θα έλεγε / λέει θα πει / και είπε / Ω σκοτάδι σκοτάδι / Ω αμείωτο / ΜΗ / Ω αδέκαστο / ΔΕΝ».

Στους στίχους αυτούς το ρήμα «λέω», ένα ρήμα που θα μπορούσε σε μια ορισμένη ανάγνωση να εκληφθεί σαν συνώνυμο της ποίησης, του ποιούντος λόγου, καταγράφεται σχεδόν σε όλους τους χρόνους του σαν συνώνυμο του μηδενός. Η οιονεί διαθήκη που αποτελούν οι στίχοι αυτοί φέρνει στον νου μιαν άλλη διαθήκη, ρητή και κατηγορηματική αυτή τη φορά, που απαντά στο έργο του Δημητριάδη «Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι» (εκδ. «Αγρα», 2000): «Τίποτε δεν έχω φτάσει και πουθενά δεν έχω φτάσει. [...] Στάχτες... αυτή είναι η διαθήκη μου. Το κληροδότημά μου», Οι φράσεις αυτές οδήγησαν την Τζίνα Πολίτη, ομότιμη καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου να γράψει (στο βιβλίο της «Η ανεξακρίβωτη σκηνή», εκδ. «Αγρα», 2001): «Ο εκμηδενισμός του λογοτέχνη δεν οφείλεται στη μοχθηρία ενός ανεύθυνου Δαίμονα. Οφείλεται στην ανημπόρια του να καλέσει, να προσκαλέσει από τη σιωπή εκείνες τις λέξεις που οδηγούν “στην απέριττη ακριβολογία” της χαμένης, αδαμικής γλώσσας. Ο αυτοαναφορικός λόγος του γίνεται έτσι η νεκρώσιμη ακολουθία της συμβολικής γλώσσας της απουσίας».

Πριν πάντως καταβληθεί το συμπέρασμα έχει λάβει χώρα ένας αγώνας λέξεων και αισθημάτων. Η αμφιθυμία του συγγραφέα απέναντι στην ίδια του την τέχνη αποκρυσταλλώνεται σε αλληλοαντικρουόμενους και αλληλοαναιρούμενους στίχους, σαν να ανεβοκατεβαίνει κανείς ακατάπαυστα πάνω στην κλίμακα της πίστης προς την ποίηση. «Κι έρχονται τώρα οι λέξεις Ερχονται ν’ αποκαταστήσουν τώρα εκείνο που δεν έγινε Κι έρχεται τώρα η Ποίηση να αναπαραστήσει ό,τι θεόθεν όφειλε να γίνει Να υποκαταστήσει Και να δράσει στη θέση της αδράνειας. Οι λέξεις της να έρθουν να προσδώσουν νόημα» διαβάζουμε αμέσως αμέσως κατατεθειμένη την παρήγορη πεποίθηση. Γρήγορα όμως ακολουθεί η αναίρεση: «Οχι καθόλου η Ποίηση δεν έρχεται γι’ αυτό»), για να ομολογηθεί κατόπιν η «αποτυχία» (της ποίησης και του ποιητή «να φτάσει με τις λέξεις όσα ήθελε να πει». Ο ευκολότερος τρόπος είναι να υποθέσουμε ότι πρόκειται για την ατομική ανησυχία ενός ανθρώπου που παιδεύεται με (και από) τις λέξεις και κάποια στιγμή μπορεί να τσακιστεί (η λέξη ακούγεται αρκετές φορές στο κείμενο) από την αίσθηση του ματαίου, και όχι για την επίμονη κατάθεση μιας υπαρξιακής αγωνίας που αφορά όλους όσοι προσφεύγουν στην ποίηση, και γενικά στην τέχνη, σαν σε καταφύγιο.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: