> ΠΟΙΗΣΗ>Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΒΕΛΤΣΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

Η φιγούρα του Απάνθρωπου που καταλύει τελεσίδικα κάθε θνητό έργο κυριαρχεί στον ποιητικό κόσμο του Βέλτσου. Εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο την «εικονοκλαστική» ματιά του πάνω στην ύπαρξη και εντοπίζοντας το γκροτέσκο υπόστρωμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο ποιητής επεκτείνει τις δυνατότητες της ζωής ώς το νοητό τους τέρμα, το οποίο εκθέτει υιοθετώντας μια ψυχρή συχνά στάση, έτσι που να μην ξέρει κανείς αν συμπάσχει με το ον ή αφήνεται σε μιαν αδιάφορη θέαση των ίδιων του των παθών.

Διαθεσιμότητα: Εξαντλημένο


Ειδοποιήστε με όταν είναι διαθέσιμο

11,00 €

Αγορά
  • Σχήμα: 24 x 17
  • ISBN: 960-518-152-5

εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗ
21/12/2003

Το αδιανόητο τοπίο

Σπαράγματα ζωής υπό την σκέπην ενός ανελέητου και άχρονου θανάτου στην πρόσφατη συλλογή του Γιώργου Βέλτσου

Ο Στόκχαουζεν στην περίφημη σύνθεσή του Licht (Φως) καταλήγει, στο τελευταίο μέρος της, σε ένα κρεσέντο καμωμένο από ήχους ελικοπτέρων, ένα υπόκωφο μηχανικό βουητό. Ακούγοντάς το ξανά και ξανά έχεις την αίσθηση ότι ο μονότονος αυτός ήχος δεν είναι παρά το εντατικό φτεροκόπημα ενός σμήνους αποδημητικών πτηνών. Την ίδια αίσθηση έχεις στ' αφτιά σου καθώς κλείνεις την πρόσφατη συλλογή του Γιώργου Βέλτσου Ο Απάνθρωπος (εκδόσεις Ινδικτος). Μόνο που δεν ξέρεις αν αυτό που μόλις άκουσες είναι έργο ανθρώπινο ή ένας από τους αμέτρητους θορύβους της φύσης. Γιατί ακριβώς το βιβλίο ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα σε τούτα τα δύο. Εκ πρώτης όψεως σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι πρόκειται για απόπειρα αυτοβιογραφίας. Κάποιος που διανύει την ηλικιακή του ωριμότητα προσπαθεί να συνθέσει την - αποσπασματική ούτως ή άλλως - εικόνα της ζωής του και να αντλήσει συμπεράσματα.

Δεν είναι όμως απόλυτα έτσι. Ο Βέλτσος όντως περιγράφει σκηνές του βίου του αποτελούμενες από συναισθήματα, εμπειρίες, εικόνες, φαντασιώσεις, πόθους, φόβους, ακυρώσεις, αλλά έχει συνείδηση μιας condition humaine όχι προσωπικής και απομονωμένης μα εκτεινόμενης στο απέραντο πεδίο της κοινωνίας και του χρόνου. Αυτά που περιγράφει είναι και συγχρόνως δεν είναι ο ίδιος. Είναι αυτός αλλά και ο διπλανός του και κάποιος που κάθεται πολλές θέσεις παραπέρα. Ταξιθέτης σε αυτή την ανάδειξη των προσωπικών περιπτώσεων, που η μία χωνεύεται αενάως μέσα στην άλλη, εκείνος που φωτίζει για μία μόνο στιγμή τα πρόσωπα μες στο σκοτάδι της αιωνιότητας, για να στρέψει αμέσως αλλού τον φακό του - ποιος άλλος; -, ο Θάνατος, που αγρυπνά ώστε η ισορροπία του παιχνιδιού να διατηρείται απαρασάλευτη: «Για να 'ναι το ίδιο / ει δυνατόν μια για πάντα - πνεύμα του σπιτιού φρόνημα υπερήφανο - / για να 'ναι καθαρό, / πρέπει με το νεκρό / να είναι αγκαλισμένο / δυο φορές ειπωμένο / από τη μια κι από την άλλη τη μεριά / Σας πήραμε, σας πήραμε... / Και ν' απαντούν οι πεθαμένοι / Σας πήραμε κι εμείς...» (σελ. 15). H διαλεκτική ενότητα καθετί ζωντανού με το πεθαμένο ισοδύναμό του είναι αναγκαία συνθήκη για την αποκρυπτογράφηση της συλλογής.

Ωστόσο ο Βέλτσος δεν αρκείται απλώς και μόνο να γευθεί τη «χλωροφύλλη του θανάτου». Επιζητεί να φθάσει ως τον πυρήνα του αδιέξοδου modus vivendi μας και να εξονυχίσει τα κίνητρα της αστικής μας συνείδησης ή καλύτερα τις μικροαστικές παραμορφώσεις της. Θέλει να οργανώσει αυτό το χάος των ημερών, να το διασώσει από τη φθορά και τον αφανισμό - όπως και να το κάνουμε είναι η ζωή μας: «Αυτή η γυναίκα που εγκαταστάθηκε στο σπίτι / με τις λίμες και τα ψαλιδάκια / γδέρνει τους τοίχους / φτάνει στον σκελετό / λυγίζει τις σιδερένιες βέργες του μπετόν / θάβει το σπίτι μου στη γη / πουλάει το οικόπεδο / σε αγροτικό συνεταιρισμό / Την επομένη εμπορεύεται λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα» (σελ. 35). Αν κάποιος τολμήσει να τραβήξει το φτενό ύφασμα, μαζί με τον απερίγραπτο φόβο και την αγωνία, θα αποκαλύψει την παραμυθία και τη λύτρωση. «Υστερα φώναξε στη γλώσσα του την Εκπνοή / Κι ύστερα ήρθε ο τεχνικός / και τράβηξε το νήμα που ήταν πιασμένο το σεντόνι / κι αποκαλύφθηκε γυμνός / Ανάμεσά μας ήτανε ο αλληγορικός Χριστός» (σελ. 59). Δεν υπάρχει τίποτε που να υπαινίσσεται πως το θρησκευτικό στοιχείο παίζει σημαντικό ρόλο στον Απάνθρωπο, αν και μια ιδιότυπη μεταφυσική της καθημερινότητας είναι διάχυτη στο βιβλίο. Πάντως το πρόσωπο του Χριστού επανέρχεται. Κυρίως ως τραγική persona, που χρησιμεύει στον ποιητή για να αναδείξει και να περιγράψει τη μόνη κατ' αυτόν διέξοδο: την «ωμοφαγία» του ίδιου του του σώματος και εκείνου του Αλλου, δηλαδή τη μεταφορική κατάποση, δίκην θείας κοινωνίας, της βαθύτερης ουσίας του όντος. «Κόψε το ζωτικό σου όργανο / εξόρυξέ το / σαν τον Χριστό / αντάλλαξέ το με καρδιά / Εσύ ο δελεαστικός / ο μεταδοτικός εσύ» (σελ. 74).

H γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Βέλτσος και στα δύο μέρη της συλλογής (Τα μπαμπάκια, Τα δηλητήρια) είναι ένα τραχύ και ετερόκλητο αλλά συμπαγές μείγμα όπου λόγιοι τύποι συνυπάρχουν με σχήματα του καθημερινού λόγου ή της αργκό, με εκφράσεις από τη γλώσσα της διαφήμισης, της τεχνολογίας, ακόμη και της πολιτικής: «Ο ατάλαντος ποιητής, εξίσου προχειρογράφος με τον ακατάστατο ληξίαρχο, σκίζει τις σελίδες. Τον πρώτο, ο Θάνατος τον λοιδορεί. Τον δεύτερο, τον περνάει πειθαρχικό» (σελ. 49). Μια τέτοια εφαρμογή της γλώσσας μπορεί σε ορισμένους να ξενίσει, ακόμη και κάποιους να εξοργίσει - ιδίως ακραίοι νεολογισμοί του τύπου «αλκοολισμένος», «εφιαλτισμένα», «σκοταδιασμένο», «αναίσθημα», «μπαμπακωμένοι» κ.ά. -, πλην όμως η συγκρότησή της τής επιτρέπει τις περισσότερες φορές να υπερασπίζεται ικανοποιητικά τον εαυτόν της. Αλλωστε αυτή η «εικονοκλαστική» ποίηση δεν θα μπορούσε παρά να στηρίζεται σε ένα παρόμοιο γλωσσικό υλικό, όπου το «διάστρεμμα της λέξης» μοιάζει ο μόνος δυνατός τρόπος έκφρασης. Το ύφος του ποιητή και σε αυτή την ένατη συλλογή του, κοφτό, ωμό, στεγνό, εμπλουτισμένο μόνο από σπάνιες αχνές λυρικές εξάρσεις. Μία δεκαετία μετά την πρώτη του εμφάνιση ο Γιώργος Βέλτσος επιχειρεί ένα ακόμη «πέρασμα». Το στοίχημα που έχει βάλει με τον εαυτό του και την ποίηση φαίνεται ότι παραμένει, τώρα περισσότερο από ποτέ - και ευτυχώς για εκείνον - ανοιχτό.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: