> ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

ΝΤΟΣTOΓIEΦΣKI ΦIONTOP

Μια πραγματεία για την αγάπη, σε όλες της τις μορφές, για την ανώτερη, συμπαντική αρμονία. Το πιο «μυστικιστικό», το πιο «αινιγματικό» και, για πολλούς, καλύτερο, έργο του Ντοστογιέφσκι. «Δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο στον κόσμο από την απεικόνιση του πραγματικά υπέροχου ανθρώπου... Και δεν υπάρχει πιο υψηλή αποστολή για τον άνθρωπο από το να δώσει ανιδιοτελώς τον εαυτό του στους ανθρώπους», λέει ο συγγραφέας αναφορικά με την ιδέα και την απόφασή του να καταπιαστεί με το δύσκολο εγχείρημα της παρουσίασης όχι ενός ακόμα, μεταξύ πολλών άλλων στη λογοτεχνία, «θετικού ήρωα», αλλά του «απόλυτα καλού» ανθρώπου. Ο αλλόκοτος ήρωάς του, ο πρίγκιπας Μίσκιν, ενσαρκώνει την ιδέα της αληθινής αγάπης και αυταπάρνησης, της αγάπης που φτάνει ως τη θυσία. Ο Μίσκιν-Χριστός πάσχει, χαίρεται, συμπονά, ερωτεύεται, αλλά η πραγματική ζωή τον υπερβαίνει. Θα υποκύψει κι αυτός, όπως και τα υπόλοιπα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του έργου, η όμορφη, άτυχη κι ερωτευμένη με τον πρίγκιπα Ναστάσια Φιλίπποβνα κι ο παθιασμένος μαζί της Ραγκόζιν, στον αδυσώπητο νόμο των ανθρώπινων παθών, που συχνά οδηγεί στο θάνατο ή στην τρέλα.

28,00 €

Αγορά

  • Πρόλογος-Mετάφραση-Επιμέλεια: ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
  • Σελίδες: 1.072
  • Σχήμα: 18,5 x 12,5
  • ISBN: 978-960-518-348-6

εφ. ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ του ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗ
23/10/2008

Ξαναδιαβάζοντας το Ντοστογιέφσκι

Η χώρα εισάγει από σταυρωτά κατσαβίδια και iPod, ως και τους αρχαίους της συγγραφείς, και από καφέ Βραζιλίας, έως μυθιστορήματα Ταϊλάνδης.

Προσηλωμένο στις εθνικές πληγές του, το Έθνος δεν βρίσκει τον απαραίτητο χρόνο –από τις απαρχές της σύγχρονης ύπαρξής του – να χαρίσει την πολύτιμη προσοχή του στην γνώση, την παιδεία, τα γράμματα. Ένας παραγνωρισμένος (και κακοπληρωμένος) παράγων της Εθνικής μας Παιδείας είναι οι μεταφραστές, όλοι αυτοί οι ακάματοι ξενόγλωσσοι συμπατριώτες μας που μας έφεραν και μας φέρνουν σε επαφή με τους εκτός συνόρων πολιτισμούς. Κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας,( φυσικά και άλλων τομέων των γραμμάτων) μεταφράστηκαν σε ενίοτε μέσα από αντίξοες συνθήκες κάνοντας γνωστούς στο ελληνικό κοινό σπουδαίους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο. Η θεσμοθέτηση βραβείων μετάφρασης αποτελεί ένα θετικό μέτρο, αν και εφ’ όσον δεν παίζονται παιχνίδια και δεν κρατούνται οι ... «απαραίτητες ισορροπίες» ...( είναι καταπληκτικό πως ένα ανισόρροπο έθνος κρατά τις ισορροπίες σε κάθε τομέα της λειτουργίας αυτής της χώρας πού μας έχει κουράσει με την μικρότητά των θεσμών της και των ανθρώπων της). Από τους λίγους κλασσικούς που ευτύχισαν μιας καλής μετάφρασης στη χώρα μας υπήρξε , το δίχως άλλο, ο Ντοστογιέφσκι. Έχει μεταφραστεί κατ’ επανάληψιν, όμως κατά γενική ομολογία κλασικές παρέμειναν εκείνες οι μεταφράσεις του Άρη Αλεξάνδρου που όλοι έχουμε στις βιβλιοθήκες μας από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Προσωπικά έχω κρατήσει από κείνες τις μεταφράσεις, την εντύπωση του μοναδικού «ρώσικου κλίματος», αυτή την χαρακτηριστική «οργιώδη» ατμόσφαιρα των απαράμιλλων ντοστογιεφσκικών σκηνών. Επίσης τις ευχαριστίες μας χρωστάμε και σε άλλους καλούς μεταφραστές του μεγάλου Ρώσου, όπως στην Κοραλία Μακρή και την Αθηνά Σαραντίδη, τον Ανδρέα Σαραντόπουλο και τον πρόσφατα χαμένο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, όπως και σε άλλους.

Έκτοτε - και έχουν παρέλθει αρκετά χρόνια – κανείς, ουσιαστικά, ούτε εκδότης, ούτε και μεταφραστής, δεν τόλμησε να αναμετρηθεί εκ νέου με τον ρώσο συγγραφέα, αν και οι επανεκδόσεις του έργου του καλά κρατούν. Αυτό, μέχρι πρόσφατα. Οι εκδόσεις Ίνδικτος του Μανώλη Βελιτζανίδη δεν δίστασαν να συγκριθούν με το καταξιωμένο προηγούμενο των μεταφράσεων του Αλεξάνδρου και κυκλοφόρησαν μια νέα μεταφραστική – αναγνωστική πρόταση, την οποία διακρίνει η αμεσότητα του λόγου, μέσα από μια χαμηλών τόνων προσέγγιση του συγγραφέα και φυσικά δουλεύοντας με τις πιο εξελιγμένες φιλολογικές εκδόσεις του έργου του. Η μεταφράστρια, Ελένη Μπακοπούλου, μετά τους «Δαιμονισμένους» καταθέτει και τον «Ηλίθιο», κι όπως φαίνεται, όχι μόνο αναμετριέται με ένα μεγάλο έργο, αλλά και με το μεγάλο στοίχημα να ανανεώσει το ενδιαφέρον για τον Ντοστογιέφσκι, μέσα από τις δικές της μεταφραστικές προτάσεις, που έχουν ήδη κερδίσει, όχι μόνο τις εντυπώσεις, αλλά και την ουσία.

 

εφ. LIFO του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ
27/11/2008

Η επιστροφή του πρίγκιπα Μίσκιν

"Ηλίθιος", Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Κυκλοφορεί σε πολλές μεταφράσεις. Η έκδοση της Ινδίκτου του Μανώλη Βελιτζανίδη -σε λαμπρό σχήμα εγκολπίου- φιλοδοξεί δικαίως να αποτελέσει αξεπέραστο διάβημα. Όπως και οι Δαιμονισμένοι άλλωστε, στις ίδιες εκδόσεις και δια χειρός της ίδιας μεταφράστριας.

Ένα πνευματικό σκάνδαλο θα μπορούσε να είναι ο "Ηλίθιος" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, όταν εκδόθηκε στην Πετρούπολη: ο εμβληματικός Μίσκιν ήταν μια ενσαρκωμένη αντανάκλαση του Χριστού.

Το τέχνασμα του ξενόφερτου που αναστατώνει τα ήθη της κοινότητας ήταν σεβαστή παράδοση στη ρώσικη λογοτεχνία - Μπαζάροφ, Τσάτσκι, Ονέγκιν, Πετσόριν. Ο Ντοστογιέφσκι το είχε δοκιμάσει με αρκετή επιτυχία στο Όνειρο του θείου και στο Χωριό Στεπαντσίκοβο, αλλά στον Ηλίθιο και στους Δαιμονισμένους θα λάβει πλέον διαστάσεις εμβληματικές. Ειδικά στην περίπτωση του Μίσκιν, ο συγγραφέας -δηλώνοντας στον Μάικοφ ότι ήθελε να παραστήσει εναν άνθρωπο πέρα για πέρα καλό- παραδεχόταν συνάμα ότι αυτό πού ήθελε να πράξει ήταν ασυγχώρητο. Ο λόγος; Ουσιαστικά, πάντα προς επίρρωση του πνευματικού σκανδάλου, φιλοδοξούσε να εμφανίσει στον κόσμο της Πετρούπολης μιαν ενσαρκωμένη αντανάκλαση του Χριστού. Είχε ελπίδες αυτό το σχέδιο;

Πριν απ' όλα, ο μεγάλος εχθρός του Μίσκιν θα ήταν η πειστικότητα των λοιπών προσώπων. Ο Ντοστογιέφσκι επετύγχανε πάντα στην επινόηση και στο σχεδιασμό -αυτοσχέδιων ή παρατεταμένων- ηρώων και ανθρωπάκων. Ο θεριεμένος Ραγκόζιν πείθει˙ η Ναστάσια Φιλίπποβνα αυτονομείται εξαρχής, έτοιμη να σαλτάρει από τη σελίδα στην ίδια τη ζωή· οι Γιεπάντσιν, ο Λεμπέντιεφ, ο Φερτισένκο, ο Γκάνια, όλη η σοβαρή και καρικατουρίστικη ανθρωπότητα του μυθιστοριογράφου διέθετε τίτλους πειθούς - μόνο ο Μίσκιν παρέλυε τη δημιουργικότητα της αρχικής σύλληψης διότι δεν ανταποκρινόταν σε τίποτα δεδομένο. Εν ολίγοις θύμιζε παρακινδυνευμένη ζαριά. Όποιες κι αν ήταν οι φιλόδοξες αρχικές εξαγγελίες, παρέμενε ο φόβος ότι ο πρίγκιπας από σελίδα σε σελίδα θα κατέληγε θλιβερή γελοιογραφία.

Άλλωστε σε όλα τα μεγάλα του μυθιστορήματα, ο συγγραφέας «κόμπιαζε» κατά κάποιο τρόπο μόνο στο κεντρικό του πρόσωπο. Ενώ τα άλλα πρόσωπα έβγαιναν από τη ζωή, ο Ρασκόλνικοφ, ο Σταυρόγκιν, ο Ιβάν, ο Βερσίλοβ και κυρίως ο Μίσκιν απαιτούσαν γραφή με άλλους όρους. Ο Σεστόφ, για παράδειγμα, μέγας θαυμαστής του Υπογείου, υποστήριζε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν δημιούργησε ποτέ του αληθινά πρόσωπα και αποκαλούσε τον Μίσκιν «παγωμένο και σκοτεινό φάντασμα» ή «εκφυλισμένη μηδαμινότητα». Εντούτοις αυτή η μηδαμινότητα θα έπρεπε χωρίς άλλο να λάβει μορφή και να μπολιάσει την όλη σύλληψη. Με τι παραβιάσεις άραγε; Με τι απίθανα εφευρήματα; Αρκούσε η συμπεριφορά του αφελούς νεαρού που δεν ξεσυνεριζόταν προσβολές, ταπεινώσεις, επιθέσεις, υποτιμήσεις; Το να μη μοιάζει κανείς με κανέναν δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι κάποιος - και μάλιστα κεντρικό και ηγεμονικό πρόσωπο. Ένας ηλίθιος, πτωχός τω πνεύματι (τουρκιστί το βιβλίο μεταφράστηκε με τίτλο :Μπουνταλά...) αναλάμβανε σύνολη τη σκηνοθεσία και την παράσταση. Ένα «ποντίκι» δηλαδή (αυτό σημαίνει η λέξη Μίσκιν) επωμιζόταν μέγα έργο.

Η αθέατη πρωταγωνίστρια του δράματος θα ήταν βέβαια η ζωή στην Πετρούπολη, αλλά επί του απτού και του συγκεκριμένου απαιτούνταν ειδικές συνθήκες και προγραμματισμοί. Στα Σημειωματάρια αναφέρεται το ακόλουθο σχεδίασμα: (α' μέρα) ο Μίσκιν και το πρόβλημα της οικογένειας· (β' μέρα) ο Μίσκιν και το πρόβλημα των μηδενιστών· (γ' μέρα) ο Μίσκιν και το πρόβλημα του έρωτα· (δ' μέρα) ο Μίσκιν και το πρόβλημα του θανάτου. Σωστά όλα τούτα, μόνο που η πραγματικότητα έπρεπε να συμπληρωθεί από το μη πραγματικό, η Πετρούπολη από την Ουρανούπολη, το ταυτόν από το έτερον. Αφού ο Μίσκιν ενσάρκωνε το «Άλλο», είχε δηλαδή μια «τρύπα» στο κεφάλι, ο Ντοστογιέφσκι ταύτισε αυτή την τρύπα με την επιληψία - την ιερά νόσο. Από την τρύπα θα έπρεπε να περάσει το ποντίκι και όλο το μυθιστόρημα.

Φτωχοδιάβολος, μικρόψυχος και πονηρός, ο αναγνώστης την έχει φυλαγμένη στον αφηγητή: για να δούμε τι στην ευχή θα σκαρφιστεί για να δώσει υπόσταση σε αυτό τον αλλοπαρμένο! Η μεγαλοφυής κίνηση του βιβλίου είναι προφανής στη σκηνή της επιληπτικής κρίσης: το αμιγώς πετρουπολίτικο και ανθρώπινο διαδραματίζεται στην κοινωνική σφαίρα, μέσα στην πολυλαλία και στον αλληλοσπαραγμό των μικρομέγαλων προσώπων, ενώ το «άλλο» θα ανέτελλε μέσα από τους σπασμούς του άρρωστου Μίσκιν. Ο φρενοκρουσμένος έρχεται σε ανατατική μέθεξη με την ομορφιά. Οι άλλοι κατέχουν την όραση, αυτός κατέχεται από την ενόραση. Πρόκειται για μια μυσταγωγία ρώσικου τύπου, κρυπτική τελετή που ταυτόχρονα συντονίζεται εσωτερικά με τη μοίρα όσων καίγονται από την ομορφιά. Ορθά λοιπόν η μυσταγωγία τελειώνει με φόνο.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι ο Μίσκιν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλάζει, θυμίζοντας πότε άψυχη κούκλα και πότε κανονικό άνθρωπο. Τεχνικά, η διπλή φύση του δεν αποδίδει πάντα. Μέσα στους ερωτευμένους πρέπει να είναι ο ανέραστος, μέσα στους μοχθηρούς ο αμόχθητος, μέσα στους ανθρώπους εν τέλει ο αντι-άνθρωπος. Υπήρξε ποτέ μυθιστόρημα που να υπαινίχθηκε τόσο μαεστρικά το ιερό;

Σκαρώσαμε βιαστικά αυτό το σημείωμα μόνο και μόνο για να τιμήσουμε τη νέα μετάφραση του Ηλίθιου που φιλοτεχνήθηκε από τη ρωσομαθή Ελένη Μπακοπούλου. Αυτή η γυναίκα είναι μορφοδούλα (ό,τι πιάνει γίνεται όμορφο), υποστήριξε διαφορετικά το κείμενο, το γλύκανε και το ηρέμησε, του χάρισε εσωτερική εδραίωση, αποδεικνύοντας ότι μετά τον Άρη Αλεξάνδρου -ό,τι κι αν μεσολάβησε- μόνο στην Ίνδικτο το πείραμα της ανανέωσης επέτυχε.

 

εφ. ΤΑ ΝΕΑ του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
8/8/2009

Μεταφραστικό κατόρθωμα πρώτης γραμμής

Μέσα από τις μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και τη δουλειά του στον Ντοστογιέφσκι, πήρα την πρώτη γεύση της μεγάλης λογοτεχνίας, την πρώτη μυρωδιά αληθινού μυθιστορήματος. Τον Ντοστογιέφσκι τον ξαναδιάβασα στα είκοσι πέντε μου, στα γαλλικά αυτή τη φορά, και ξανά στη μετάφραση του Αλεξάνδρου πριν από δέκα χρόνια. Χωρίς να πάψει να με γοητεύει το λογοτεχνικό ιδίωμα της δεκαετίας του πενήντα, με τις ακρότητες της δημοτικής, είχε αρχίσει να μου φαίνεται κάπως μακρινό.

Και τώρα ήρθε η δουλειά της Ελένης Μπακοπούλου- οι Δαιμονισμένοι πέρυσι και ο Ηλίθιος φέτος. Η μετάφρασή της είναι μια σημαντική λογοτεχνική κατάθεση στη δική μας γλώσσα. Το γεγονός ότι καταφέρνει να αποδώσει την προφορικότητα του Ντοστογιέφσκι χωρίς ούτε στιγμή ο λόγος να χάνει την πυκνότητά του χωρίς στιγμή χαλάρωσης πιστεύω πως είναι ένα πρώτης γραμμής κατόρθωμα. Πέρα από τη γοητεία του κειμένου, που καταφέρνει να το κάνει δικό μας, δείχνει πως η γλώσσα που μιλάμε, αυτήν που κακοποιούμε ακόμη και γράφοντας, δεν έχει χάσει τίποτε από το εκφραστικό της έρμα. Προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη. Και περιμένω από τις Εκδόσεις Ίνδικτος τη συνέχεια. Ευτυχώς ο Ντοστογιέφσκι ήταν αναγκασμένος να βιοπορίζεται από τα κείμενά του και έχει γράψει μπόλικα.

Ο καθεδρικός της σκόρπιας ζωής

ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΜΗΝΑ, ΠΗΡΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΩ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ «ΗΛΙΘΙΟΥ» ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΟΤΕ ΕΧΩ ΜΕΙΝΕΙ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΓΙΑ ΚΑΙΡΟ. ΜΕ ΤΡΑΒΑΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΧΩΝΕΨΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ. Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΗ

- «Από το εξωτερικό έρχεστε;» - «Ναι, από την Ελβετία.» - «Φσς! Για φαντάσου.» Σ την αρχή είναι ένα τρένο που διασχίζει τον ρωσικό χειμώνα, Νοέμβριο μήνα, σε μια ασυνήθιστα ζεστή και υγρή μέρα. Εξυπηρετεί τη γραμμή Βαρσοβία- Πετρούπολη. Και μέσα στο τρένο συναντιούνται τρεις άνδρες, άγνωστοι μεταξύ τους, οι οποίοι όμως σε λίγο θα αρχίσουν να αλληλοαποκαλούνται αδελφοί. Και θα γίνουν όντως αδελφοί, αφού θα τους δέσει μια γυναικεία μορφή της οποίας το όνομα θα ακουστεί πριν ακόμη τελειώσει το ταξίδι: Ναστάσια Φιλίποβνα.

Ο Ηλίθιος είναι κατ΄ αρχάς η τραγωδία της περιζήτητης ομορφιάς της στην οποία απ΄ ό,τι φαίνεται κανένας άνδρας δεν μπορεί να αντισταθεί. Η τραγωδία μιας γυναίκας, η οποία, ψάχνοντας να βρει τη θέση της στον κόσμο, θα φτάσει ώς τον θάνατο. Είναι βέβαια, πριν και πάνω απ΄ όλα, η ιστορία του ίδιου του «ηλίθιου», του πρίγκιπα Μίσκιν. Το αποπαίδι της ρωσικής αριστοκρατίας, ο ξανθός άγγελος ο οποίος κι αυτός μοιάζει να ψάχνει τη θέση του στον κόσμο, η ενσάρκωση του αγαθού που φτάνει στην Πετρούπολη από το εξωτερικό όπου έζησε χρόνια για να θεραπευτεί απ΄ την επιληψία του, είναι σίγουρα μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Ξανθός άγγελος», «ενσάρκωση του αγαθού», το αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια γιγαντιαία βιβλική μεταφορά. Ένα κήρυγμα αγάπης και, το κυριότερο, συμπόνιας, το οποίο μεταφέρει ο ξεπεσμένος πρίγκιπας σ΄ έναν κόσμο ο οποίος βυθίζεται όλο και περισσότερο στη δίνη της κινούμενης άμμου και παλεύει να τον κάνει δικό του. Όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Το μεγαλείο του Ηλίθιου είναι ότι αντιστέκεται, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο μεγάλο έργο του Ντοστογιέφσκι, στις απόπειρες ταυτοποίησής του. Ο Φρόυντ διάβασε μια χαρά τους Αδελφούς Καραμάζωφ ανοίγοντας τις πόρτες τους με το αγαπημένο του ερμηνευτικό κλειδί, τη σχέση γιου- πατέρα. Κι αν θέλει κάποιος να χαρτογραφήσει το υποσυνείδητο του σύγχρονου μηδενιστή, μπορεί να αποκομίσει πολύτιμα ευρήματα διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τους Δαιμονισμένους.

Το Έγκλημα και Τιμωρία θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως η ανακάλυψη μιας νέας ηπείρου της ανθρώπινης ύπαρξης: εκεί που η προ Ντοστογιέφσκι λογοτεχνία έχανε το νήμα με αγώνες κοινωνικής κριτικής, έρχεται ο Ρασκόλνικοφ για να μας ρίξει στα άδυτα ενός ψυχικού λαβύρινθου από τον οποίο έως σήμερα κανείς δεν κατάφερε να μας βγάλει.

Η «διαθήκη»

Ο Ηλίθιος όμως; Πού στέκεται μέσα σε όλο αυτό το χειμαρρώδες έργο; Είναι η πνευματική διαθήκη του Ντοστογιέφσκι; Τα επιχειρήματα είναι αρκετά. Συνηγορεί πρώτα απ΄ όλα ο χριστιανισμός του. Συνηγορεί όμως και το γεγονός ότι ο Μίσκιν είναι ο μόνος από τους μεγάλους χαρακτήρες του που πάσχει από επιληψία, την «θείας νόσου» που βασάνιζε και τον ίδιον.

Παρ΄ όλα αυτά κάτι ξεφεύγει. Και νομίζω ότι αυτό που ξεφεύγει είναι ότι με τον Ηλίθιο βρισκόμαστε στην καρδιά της ηπείρου του μυθιστορήματος. Αυτό το έργο μας έδειξε ώς πού μπορεί να φτάσει ο μυθιστορηματικός τρόπος σκέψης και έκτοτε δεν έχει πάει πουθενά αλλού. Τον οδήγησε στα άκρα του, όπως ο Πλάτων οδήγησε στα άκρα, εν τη γενέσει τους, τα όρια της φιλοσοφίας. Αυτή η σκέψη του μυθιστορήματος που μαζεύει τη σκόρπια ζωή, τα αποκαΐδια και τα θρύψαλα για να χτίσει τον καθεδρικό της ναό είναι παιδί του μεγάλου Ρώσου.

Για δέστε όλα αυτά τα δευτερεύοντα πρόσωπα που παίρνουν πολλές φορές μεγαλύτερη αξία κι από την ίδια την ιδέα που καταφέρνει να τα συγκεντρώσει για να τα κάνει κόσμο. Ο υπάλληλος Λέμπεντιεφ, ο στρατηγός Γεπάντσιν, η γυναίκα του και η κόρη του Αγκλάια, ο Ραγκόζιν, ο Κόλια; Τι θα ΄ταν ο Ηλίθιος χωρίς αυτά; Μια διακήρυξη ωραίων αρχών θα μου πείτε, κάτι λιγότερο από το τίποτε. Στον Ντοστογιέφσκι χρωστάμε, αυτήν τη μορφή που δεν είναι μορφή, αυτό το σάρωμα του σύγχρονου κόσμου, την οργάνωση της ανθρώπινης δυνατότητας του τίποτε της στιγμής.

Όσες φορές κι αν τον διαβάσεις δεν πρόκειται ποτέ να ξεμπερδέψεις μαζί του. Το λέω εκ πείρας. Δεν είμαι ο μόνος. Θυμάμαι ακόμη εκείνους τους τέσσερις καφετιούς τόμους των Εκδόσεων Γκοβόστη στα δεκατέσσερά μου. Δεν είχα καταλάβει τίποτε. Δεν μ΄ ένοιαζε. Μου αρκούσε εκείνη η ανθρώπινη βαβούρα που ξεπηδούσε μέσα από τις σελίδες του. Στον Ντοστογιέφσκι κανείς δεν μπαίνει στο δωμάτιο λέγοντας καλημέρα. Κλαίει, γελάει, γονατίζει, ζητάει συγγνώμη.

«Γιατί μου είπες ψέματα;» «Για να αυτοταπεινωθώ.» Ήταν τότε η μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, τώρα έχουμε αυτήν της Μπακοπούλου.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία:

Πελάτες που αγόρασαν αυτή την έκδοση, αγόρασαν επίσης: