> ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΚΟΥΡΤΙΖΑΝΩΝ

ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΚΟΥΡΤΙΖΑΝΩΝ

ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΚΟΥΡΤΙΖΑΝΩΝ

ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΚΟΥΡΤΙΖΑΝΩΝ

ΜΠΑΛΖΑΚ ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ

Στο μυθιστόρημά του Mεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων, μέσα από μια πλοκή που συναρπάζει, ο Mπαλζάκ επιχειρεί ένα κατ' ουσίαν πολιτικό σχόλιο για την άρχουσα αστική τάξη των καιρών του. Aναδεικνύει το γεγονός ότι, μέσα από δολοπλοκίες και υπόγειους μηχανισμούς, απρόσωποι κοινωνικοί θεσμοί όπως η Δικαιοσύνη, το Kοινοβούλιο, η Aστυνομία κ.λπ. γίνονται έρμαιο των προσωπικών διαθέσεων και προθέσεων μεμονωμένων ατόμων που δρούν κατά το ίδιον συμφέρον.

Προσοχή: Τελευταία αντίτυπα!

29,00 €

Αγορά

  • Mετάφραση: ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
  • Πρόλογος-Mετάφραση: ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
  • Επίμετρο: 20,5 x 12
  • Σελίδες: 888
  • ISBN: 960-518-110-X

εφ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
15/3/2002

«Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων» είναι ο τίτλος του ογκώδους μυθιστορήματος του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, που μόλις κυκλοφόρησε σε μία ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση από την «Ινδικτο», σε μετάφραση Ξενοφώντα Κομνηνού. Το έργο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στη χώρα μας και η μεταφορά του στα ελληνικά αποτελεί ασφαλώς ουσιαστική συμβολή στην καθ' ημάς μπαλζακική βιβλιογραφία. Το «Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων» αποτελεί συνέχεια των «Χαμένων ψευδαισθήσεων» (ο Κώστας Σφήκας προτιμά στη μετάφρασή του το Χαμένα όνειρα), όπου και η εμβληματική μυθιστορηματική φιγούρα του Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ. Ο Λυσιέν: ο νεαρός που φτάνει με τα φτερά του ανοιγμένα από την επαρχία στο Παρίσι, προσπαθώντας να κερδίσει τα πάντα - μεγάλους έρωτες, χρήματα, δημοσιογραφική και λογοτεχνική φήμη, αριστοκρατικά εύσημα, αλλά και κάποιον (οποιονδήποτε) πολιτικό ρόλο. Κι ας σημειωθεί πως ο παριζιάνικος κόσμος του Λυσιέν και του Μπαλζάκ ελάχιστα διαφέρει από τον δικό μας: η βιομηχανία του βιβλίου, οι ίντριγκες και το άγριο παρασκήνιο στις διάφορες λογοτεχνικές διευθετήσεις, η εξουσία της κριτικής, τα αδιάκοπα οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια. Μέσα σ' ένα τέτοιο κόσμο ο Λυσιέν δεν μπορεί παρά να προχωρήσει καταστρέφοντας όσους βρίσκονται δίπλα του: τη γυναίκα που τον αγαπά, την οικογένειά του, που πένεται στην επαρχία για να τον συντηρήσει, τις σχέσεις με τους φίλους του, που απομακρύνονται σταδιακά από κοντά του, εγκαταλείποντάς τον στον οίστρο των φιλοδοξιών του. Κι αν ο Λυσιέν καταστρέφει ανελέητα οτιδήποτε με το οποίο έρχεται σε επαφή, θα καταστραφεί στο τέλος κι ο ίδιος ολοκληρωτικά, οδηγημένος στην πλήρη έκπτωση και στην απόλυτη αφάνεια. Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ξενοφών Κομνηνός στον πρόλογο της μετάφρασής του, η πορεία του Λυσιέν είναι η πορεία μιας σταδιακής έκλειψης. Συγκρίνοντας κανείς το πρόσωπο αυτό στο «Χαμένες Ψευδαισθήσεις» και στο «Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων» εντυπωσιάζεται από την ασημαντότητα του Λυσιέν στο δεύτερο. Πρόκειται εδώ για μια επίπεδη, εντελώς διαφανή φιγούρα που λες και υπάρχει μόνο και μόνο για λόγους οικονομίας της αφήγησης. Στην ουσία πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό. Η πλήρης αυτή διαφάνειά του οφείλεται στην πλήρη έκλειψη του υποκειμένου του, μέσα από αυτόν βλέπουμε μονάχα ένα κοινωνικό και ιστορικό ον ή μάλλον τους γυμνούς όρους της διαβίωσής του. Το «Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων» άρχισε να εκδίδεται το 1838 και ολοκληρώθηκε το 1847, τρία χρόνια περίπου πριν από το θάνατο του Μπαλζάκ (1799-1850).

 

εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ της ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ
16/6/2002

Η τύχη του Μπαλζάκ

,,, Πρόσφατα κυκλοφόρησε σε μετάφραση, προλογισμό και σημειώσεις του Ξενοφώντα Κομνηνού (στο ταλέντο του Ξ. Κομνηνού οφείλουμε επίσης μεταφράσεις του Κόνραντ, Ο αράπης του Νάρκισσου, Ζώδιον, 1986, Η γραμμή σκιάς, Ινδικτος 2000, του Ε. Γκόφμαν, Ασυλα, Ευρύαλος, 1994, καθώς και πρωτότυπα μυθιστορήματα αξιοπρόσεκτης γλωσσοπλαστικής δεινότητας, Τα παιδιά του Λειδινού, Εντομο 1992, Η μονή των Ασωμάτων, Ινδικτος 2001). Το κολοσσιαίο (865 σελίδες!) μυθιστόρημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850) Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων (Splendeurs et misères des courtisanes). ... Τούτο το έργο, μια ακόμη ψηφίδα στο μωσαϊκό της Ανθρώπινης κωμωδίας, δημοσιεύτηκε σπονδυλωτά από το 1838 ως το 1847: μέσα από μια ανεκδιήγητη, τυπικά μπαλζακική σειρά ερωτικών, οικονομικών, αστυνομικών, δικαστικών δολοπλοκιών, ο Μπαλζάκ αναπαριστά το Παρίσι στα πρόθυρα της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830, ένα Παρίσι σύμβολο και επιτομή του προπετούς ατομικισμού που οικοδομείται ήδη πάνω στην τέφρα του χριστιανικού ανθρωπισμού. Η επική του αφήγηση, το πλήθος των ηρώων των οποίων οι τύχες ολοένα διασταυρώνονται στο κλεινό τούτο άστυ της ασωτίας εντυπωσίασαν τους αναγνώστες της εποχής του· η μοίρα του νεαρού ποιητή Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ και της κοκότας Εστέρ, αθύρματα στα χέρια του εωσφορικού Ζακ Κολλάν, ο θρίαμβος, η πτώση και τελικά η αυτοχειρία των δύο άτυχων εραστών συγκίνησαν τόσο βαθιά, ώστε και αυτός ο Οσκαρ Γουάιλντ είπε ότι ο θάνατος του Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ ήταν «ο μεγαλύτερος καημός της ζωής του».

Για τον μεταφραστή, οι απαιτήσεις του μπαλζακικού κειμένου είναι μεγάλες· από τις βασικότερες είναι ο σεβασμός της συντακτικής αλληλουχίας του: ο Ξ. Κομνηνός αναπαράγει ανελλιπώς τον ρυθμό ad majorem των περιόδων του Μπαλζάκ, που πάγια ξεκινούν με φράσεις σύντομες για να διογκωθούν προοδευτικά και να χωρέσουν τις θεωρητικές γενικεύσεις του συγγραφέα· αποφεύγει λοιπόν να τις κατατεμαχίσει σε μικρότερες ενότητες όπως κάνουν συστηματικά και αναίτια τόσοι μεταφραστές. Η Marion Ayton Crawford, φέρ' ειπείν, ή η Sylvia Raphael.

Πέρα όμως από τη χαρακτηριστική του σύνταξη, ο μπαλζακικός λόγος διακρίνεται για τον τεράστιο ιδιωματικό του πλούτο· οι ήρωες του Μπαλζάκ μιλούν χίλιες γλώσσες: άλλη η γαλλική των σαλονιών και άλλη του υποκόσμου, άλλη η γλώσσα των δικολάβων και άλλη η αργκό της φυλακής, άλλα τα στραπατσαρισμένα γαλλικά του γερμανόφωνου τραπεζίτη και άλλα τα μαργιόλικα γαλλικά της κουρτιζάνας.

Ο Ξενοφών Κομνηνός αναπαράγει τα τόσα ιδιώματα και γλωσσικά επίπεδα με ακρίβεια και ακμαία ευρηματικότητα. Βρίσκει την έμπνευσή του σε όλα τα αποθέματα της ελληνικής αργκό με την οποία είναι τόσο εξοικειωμένος όσο είναι με τη γαλλική ο Μπαλζάκ: «Η ανδρική κυλότα είναι μια τσιτωμένη. [...] Στην αργκό δεν κοιμάται κανείς, αβέλει τούφες» (σελ. 700) («une culotte est une montante. [...] En argot on ne dort pas on pionce»), ενώ οι θανατοποινίτες αποκαλούν την γκιλοτίνα «Μονή της Στανικής Αναβάσεως» (σελ. 701) («Abbaye de Monte-à-Regret»)!

Χαρισματικός μεταφραστής, ο Ξ. Κομνηνός βαδίζει άφοβα στα μυστικά μονοπάτια της μητρικής του γλώσσας, αιφνιδιάζοντας ολοένα τον αναγνώστη του: χρησιμοποιεί τεζάχι (σελ. 201) αλλά και μπεζαχτάς (σ. 277) για το comptoir, βαρτάλιζε (σελ. 259) για το baragouinait, δαψίλεια (σελ. 320) για το profusions, ευήθειες (σελ. 323) για το naivetés· οι νεολογισμοί δεν τον τρομάζουν, δείχνεται μάλιστα πιο σπινθηροβόλος ενίοτε και από αυτόν τον Μπαλζάκ: «Θα είναι σίγουρα κανένας από αυτούς τους μπηχτομάτηδες άνδρες» (σελ. 204) («qui ont l'oeil à femmes»)· είναι γόνιμος όταν πρόκειται να μεταλαμπαδεύσει τα ευφυολογήματα της αγοραίας Εστέρ: «Θέλω να κάνω τον άνθρωπό μου να περάσει ζωή και κοκότα» (σελ. 361) («heureux comme un coq en plâtre»), είτε αυτά του τετραπέρατου Ζακ Κολλάν: «Να' τον πάλι που έπιασε τη λύρα ή τους λήρους» (σελ. 103) («Encore des sonnets ou des sornettes!»), είτε ακόμη όταν αναπλάθει τα παρατσούκλια των κατεργαρέων που ενοικούν στο Μεγαλεία...: Αλάνης (Rouleur), Μπιρσίμης (Fil-de-Soie), Εφτάψυχος (Trompe-la-Mort)!

Δεν υστερεί όμως ούτε ο λυρικός του λόγος: η φλόγα μαρμαίρει (σελ. 39) (rayonne), «μια φυλλωσιά ακραγγίζει τα νερά» (σελ. 414) («un feuillage à fleur d'eau»), η πορσελάνη είναι «ραδινής λεπτότητας» (σελ. 322) (charmante)· είναι τέλος συχνά σαγηνευτική η ποιητική ρυθμικότητα της φράσης του: «Πάει καιρός τώρα που άκουγα να βουίζουν οι μεγάλες φτερούγες του ιλίγγου που ζυγιαζόταν πάνωθέ μου» (σελ. 634) («Il y a longtemps que j'entendais bruire les grandes ailes du vertige planant sur moi»).

Ζείδωρη γλώσσα!

 

εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΞΕΝΑΡΙΟΥ
2/8/2002

Υπονομεύοντας την ακλόνητη αλήθεια της πραγματικότητας

… Το «Μεγαλεία και δυστυχίες των «κουρτιζάνων» είναι ένα τυπικά μπαλζακικό μυθιστόρημα, με όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής που κατέστησαν διάσημο το Γάλλο συγγραφέα: από τη συγκεκριμένου τύπου περιγραφή των κλειστών χώρων μέχρι την ατιθάσευτη λατρεία του για τους «ανθρώπινους τύπους», τα «Μεγαλεία» συνιστούν έναν από τους πιο ογκώδεις -και σημαντικούς- λίθους στο μεγαλεπήβολο οικοδόμημα της «Ανθρώπινης Κωμωδίας».

Το βιβλίο αυτό, του ακραιφνέστερου ίσως ρεαλιστή του 19ου αιώνα, ξεκινά με μία κατ' εξοχήν αντιρεαλιστική συνθήκη: σ' ένα χορό μεταμφιεσμένων· έτσι, δίνεται η ευκαιρία στο συγγραφέα να κάνει κάτι που μοιάζει με το «θέατρο μέσα στο θέατρο», κάτι που υπονομεύει την ακλόνητη αλήθεια της πραγματικότητας, αντιστρέφοντας τους όρους του παιχνιδιού: το ψεύδος της πραγματικότητας υπερφαλαγγίζει την κειμενική αλήθεια, κι η ρεαλιστική γραφή γίνεται μέρος της αντιρεαλιστικής ζωής που την τροφοδοτεί.

Η συνέχεια είναι η επιτομή της μπαλζακικής δεξιοτεχνίας και των συναφών εμμονών της: μέσα από ένα λαβύρινθο καταστάσεων και αφού ανεβάσει επί σκηνής έναν πολυπρόσωπο θίασο, πλέκει το ειδύλλιο ανάμεσα στο νεαρό Λισιέν ντε Ριμπαμπρέ και την Εστέρ με φόντο το Παρίσι του 1830. Επειτα από αναρίθμητες περιπέτειες, δολοπλοκίες και πάσης φύσεως εμπλοκές, υποκινημένες από έναν από τους μεγαλύτερους ραδιούργους που γνώρισε η λογοτεχνία, τον Ζακ Κολάν, το ζευγάρι οδηγείται στην αυτοκτονία.

… Γράφοντας την «Ανθρώπινη Κωμωδία» (γιατί έτσι πρέπει να τον δούμε: ως τον συγγραφέα του ενός και μοναδικού βιβλίου) και καθώς του περισσεύει η οξυδέρκεια και το ταλέντο, ο Μπαλζάκ γνωρίζει (σε μια πολύ πρώιμη εποχή) πως ουδέτερο μυθιστόρημα δεν μπορεί να υπάρξει· δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικό μυθιστόρημα που να μην κουβαλάει, έκτυπο κάποτε κάποτε, το στοχασμό του μυθιστοριογράφου, αυτή την κινητήρια δύναμη της γραφής, που συνδέεται μαζί της όπως το φίδι με την ουρά του. Ετσι, στα «Μεγαλεία», πέρα από τις συνήθεις εμμονές του (ο φιλόδοξος νέος που προσπαθεί να αναρριχηθεί στην παρισινή κοινωνία ή η personna της γυναίκας-μοίρας), παρενθέτει μικρά, αυτόνομα κομμάτια σκέψεων και στοχασμών που, εκτός από τη συγγραφική του δεινότητα, αναδεικνύουν το στοχαστικό του βάθος.

Εν κατακλείδι: τα «Μεγαλεία..», πέρα από τον κομβικό τους ρόλο στο σύνολο της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», συνιστούν ένα από τα καλύτερα δείγματα του ανερχόμενου ρεαλισμού στα ταραγμένα μέσα του 19ου αιώνα.

Η μετάφραση του Ξενοφώντα Κομνηνού είναι από κείνες που κρύβουν πίσω τους τη συγκεκριμένη, αισθητικά και πραγματολογικά, άποψη του μεταφραστή. Κρύβει επίσης πραγματικό μόχθο, καθώς η απόδοση του μπαλζακικού κόσμου με τα μπαλζακικά γλωσσικά μέσα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο συχνά μακροπερίοδος λόγος, τα δύστροπα συντακτικά σχήματα και, κυρίως, οι πολλές, αναμειγνυόμενες ιδιόλεκτοι καθιστούν πολύ δυσχερή την απόδοσή τους. Σε πολλά σημεία ο μεταφραστής έχει εύστοχες και, συχνά, ευρηματικές λύσεις. Σε άλλα όμως, η μεταφραστική του άποψη τον προδίδει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, πέρα από μερικές μικρές, απολύτως συγγνωστές για ένα τέτοιο έργο αβλεψίες, είναι οι αποδόσεις ορισμένων επιθέτων της γαλλικής αργκό με λαϊκοφανείς, μη χρησιμοποιούμενες πλέον, ανατολικότροπες ή τουρκογενείς λέξεις, οι οποίες, όπως και να το κάνουμε, ηχούν παράταιρα σ' ένα κείμενο που γεννήθηκε στην καρδιά της Εσπερίας.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: