> ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>Η ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Η ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Η ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Η ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

ΚΟΜΝΗΝΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ

Nαί, θα μπορούσε και να 'ναι σαν παραμύθι... σαν εκείνα που ακούγανε παλιά τα παιδιά σε κάποια μισοφωτισμένη από την φωτιά γωνιά... για μυθικούς κτίστορες γενεών και πόλεων... άγιους γέροντες της ερήμου και παλιούς κουρσάρους, σταχτοπούτες που έφθασαν να διαφεντεύουν περιουσίες παλιών καπετανόσογων και βασιλόπουλα της παλαιάς Bιέννης που απαρνήθηκαν τα πλούτη τους για να βρεθούν στην Aντίσταση και τον Eμφύλιο... ναί, θα μπορούσε νά 'ναι σαν παραμύθι... μα όπως λέγανε παλιά, ο μύθος για σένα μιλάει πάντα και είναι τώρα η ώρα εκείνη η δύστροπη που πρέπει να μιλήση ο ζωντανός και οι νεκροί σωπαίνουν.

11,00 €

Αγορά

  • Σελίδες: 268
  • Σχήμα: 20,5 x 12
  • ISBN: 960-518-098-7

εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, της ΜΑΡΗΣ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ
24/6/2001

Μνήμες της αγιασμένης πέτρας
Οταν ένα μοναστήρι «διηγείται» τους δύο τελευταίους αιώνες της ελληνικής ιστορίας

... Επιλέγουμε το μυθιστόρημα του Ξ. Κομνηνού, ενδίδοντας στην αύρα του τίτλου. Υστερα, όπως φαίνεται, πρόκειται για έναν συγγραφέα που επανακάμπτει δριμύτερος. Το πρώτο μυθιστόρημά του, Τα παιδιά του Λειδινού, είχε εκδοθεί, ιδίοις αναλώμασιν, στη συμπρωτεύουσα το 1992 και έφερε ως ημερομηνία γραφής την τριετία 1982-1985. Φιλόδοξο εγχείρημα, κάπως ασπόνδυλο, ίσως και πλατειάζον, ωστόσο έδινε ευκρινώς το στίγμα του συγγραφέα. «Εργόχειρο» η γραφή και πηγή έμπνευσης, οι παλιές ιστορίες, όπως διογκώνονται από μύθους και δοξασίες. Εκείνο το πρώτο βιβλίο προσηλωνόταν στο ιστορικό σώμα της πόλης της Θεσσαλονίκης, όπου μια συντροφιά φίλων ξαναβρίσκεται ύστερα από χρόνια για ένα δείπνο απολογισμού. Οπως δηλώνει και ο τίτλος, στο μυθιστόρημα υφέρπει η αλληγορική παραπομπή στο έθιμο του Λειδινού, που θέλει, κάθε χρόνο, την ημέρα του Σταυρού, να θρηνούν έναν νεκρό νεανία, ως άλλον Αδωνι, και να τον ενταφιάζουν. Στο ενδιάμεσο των δύο βιβλίων ο Ξ. Κομνηνός συγχρωτίστηκε με τον Τζόζεφ Κόνραντ, μεταφράζοντας μυθιστορήματά του. Ωφέλιμη μαθητεία, με κέρδος την πλούσια ναυτική ορολογία, καθώς και τη δύναμη των περιγραφών όταν πρόκειται για θαλασσοταραχές και ναυάγια. Το δεύτερο μυθιστόρημα εστιάζεται σε μια μονή των Ασωμάτων· φανταστική ή μήπως μία από τις τρεις υπάρχουσες, με αυτό το όνομα, ανά την Ελλάδα; Σύμφωνα με τα λιγοστά πραγματολογικά στοιχεία που δανείζεται ο συγγραφέας, πλησιέστερη φαίνεται η μονή Αμαρίου Ρεθύμνης, αν και η μυθιστορηματική μονή βρίσκεται παρά θίν' αλός. Σε κάθε περίπτωση, μια μονή αφιερωμένη στους ασώματους, ως είθισται να αποκαλούνται οι άγγελοι και δη οι επικεφαλής των αγγελικών ταγμάτων, Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι οποίοι εμπλέκονται καθοριστικά στην ιστορία της μονής, αρχής γενομένης από τη σωτηρία της βασιλομήτορος του Βυζαντίου που έδωσε τη διαταγή να χτιστεί. Με κέντρο τη μονή, η ιστορία απλώνεται από τη Σύρο ως τη Βιέννη, ενώ ο χρόνος της μυθιστορίας καλύπτει τους δύο τελευταίους αιώνες, ξεκινώντας «λίγα χρόνια πριν τον μεγάλο ξεσηκωμό». Χωρισμένο το βιβλίο σε πέντε ανισομήκη κεφάλαια, φαίνεται σαν μια σειρά από μυθώδεις διηγήσεις, που η μία θηλυκώνει μέσα στην επόμενη, παρακολουθώντας τα δεινά διαφορετικών ανθρώπων δεμένων διά βίου με τη μονή, είτε χάρη σε θαύμα των Αρχαγγέλων είτε γιατί τάχθηκαν στη χάρη τους. Γέροντες καλόγηροι, ναυτικοί, αλλά και δυναμικές γυναίκες· η χήρα ενός καπετάνιου ή μια εγκαταλελειμμένη από τον καλό της κόρη, που βρήκε παρηγοριά στήνοντας οικοτροφείο στη μονή. Με τελευταίο τον πολύπαθο αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού, που επέζησε και ίδρυσε στη μονή Γεωργική Σχολή. Πλαγία η σύνδεση ανάμεσα στους ήρωες διαφορετικών γενιών, φαίνεται κάποτε βεβιασμένη. Ιδίως όταν ο συγγραφέας, ζητώντας να αγκαλιάσει την ιστορία του τόπου, παραθέτει ένα μακρύ κεφάλαιο όπου κορφολογεί πραγματικά συμβάντα από τον Εμφύλιο, τις κομματικές έριδες, ως «την αναμονή του θανάτου» στις φυλακές. Στη μορφή του μυθιστορήματος ο συγγραφέας εμφανίζεται και πάλι πολύτροπος. Αποσπάσματα παλαιών χειρογράφων, μονόλογοι μεγαλόφωνοι ή κατ' ιδίαν και διάσπαρτες στιχομυθίες που εμπλέκονται και εναλλάσσονται. Ωστόσο, φροντίζει οι αφηγήσεις να ντύνονται τη γλωσσική στόφα της εποχής στην οποία αναφέρονται. Οσο παλαιότεροι οι χρόνοι τόσο υποβλητικότερη η διήγηση, χάρη στον λεκτικό πλούτο, την εκτεταμένη εικονοπλασία, προπαντός τις αδιάκοπες προσωποποιήσεις και μεταφορές που προσδίδουν παραστατικότητα. Αν και σε ορισμένα αποσπάσματα, που αναφέρονται σε πιο πρόσφατες εποχές, αυτή η αφθονία καλολογικών στοιχείων μοιάζει να βαραίνει στην οικονομία του λόγου. Τελικά, οι ασώματοι, που κυριαρχούν στο μυθιστόρημα, δεν είναι οι Αρχάγγελοι αλλά όλοι αυτοί οι νεκροί που οι ζωντανοί κουβαλούν εντός τους. Οπότε και το μυθιστόρημα φανερώνεται σαν ένα γοητευτικό ανακάτωμα μεταφυσικών ερωτημάτων και ρομαντικών ιστοριών που ξεδιπλώνονται σαν παραμύθι.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: