> ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΜΟΥ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΜΟΥ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΜΟΥ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΜΟΥ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ

Ένα χωριό της Μακεδονίας. Μια οικογένεια μέσα σ' αυτό. Καπνοπαραγωγοί στα χρόνια του Μεταξά. Η χώρα δέσμια μιας εξουσίας που συνθλίβει. Ώρα για αποφάσεις και ώρα για δράση. Η οικογένεια γνωρίζει απώλειες, αντικρίζει τα όριά της. Η αυτοδικία γίνεται συνώνυμο της περιπέτειας. Μίσος και άρωμα θανάτου πάνω απ' όλα. Πάνω από τους έρωτες, πάνω από τα αισθήματα, πάνω από την ίδια τη ζωή. Όλα αυτά μπορούν να περιμένουν...


Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος, βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, προσφέρει μπροστά μας, με αφοπλιστική δεινότητα και περισσή μυθοπλαστική μαεστρία, όλο το βάρος που εδώ και δεκαετίες κουβαλά μια ολόκληρη χώρα. Κάποιοι προσπαθούν να ξεχάσουν. Κάποιοι άλλοι όμως γίνονται ήρωες της περιπέτειας του Μαυρόπουλου, βαδίζουν χέρι-χέρι με τη μοίρα, ξεπλένουν τις ενοχές με τη μνήμη και προχωρούν...

«Ο Κυριάκος σκούπισε με αργές σχολαστικές κινήσεις τα χέρια του, επέστρεψε την πετσέτα στον παπά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια του είπε:

– Παπα-Γρηγόρη, όπως σωστά είπες, δεν κάνει να ανακατεύουμε το Θεό σε τέτοιες δουλειές. Όσο για το μίσος, που μου λες, είναι πάθος ανθρώπινο... κι εγώ άνθρωπος είμαι. Θα ζήσω, το λοιπόν, κατά το πως προστάζει η φύση μου. Αν ο Θεός σου μας ήθελε διαφορετικούς, τότε ας μας έφτιαχνε με άλλο καλούπι».

15,00 €

Αγορά

  • Σελίδες: 280
  • Σχήμα: 20,5 x 12
  • ISBN: 978-960-518-289-2

http://tera-amou.pblogs.gr/2007/08/to-allo-miso-moy-portokali.ht
25/8/2007

O Λευτέρης Mαυρόπουλος, βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, προσφέρει μπροστά μας, με αφοπλιστική δεινότητα και περισσή μυθοπλαστική μαεστρία, όλο το βάρος που εδώ και δεκαετίες κουβαλά μια ολόκληρη χώρα. Kάποιοι προσπαθούν να ξεχάσουν. Kάποιοι άλλοι όμως γίνονται ήρωες της περιπέτειας του Mαυρόπουλου, βαδίζουν χέρι-χέρι με τη μοίρα, ξεπλένουν τις ενοχές με τη μνήμη και προχωρούν.

Πολλά θα μπορούσα να πω για το βιβλίο αυτό, μα θα προσπαθήσω να είμαι λακωνικός. Απ' τις πρώτες σελίδες το βιβλίο σε παίρνει μαζί του, αισθάνεσαι ότι η γραφή του είναι απίστευτα δυνατή, προσεγμένη στις λεπτομέρειες, χωρίς ανούσιες, ατέλειωτες περιγραφές μόνο και μόνο για να "γεμίσουμε σελίδες". όπως συνηθίζουμε να λέμε. Δε θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι εάν δεν έβλεπα το εξώφυλλο θα πίστευα ότι διάβαζα Βιζυηνό ή ακόμη και Καρκαβίτσα. Αν απομόνωνα τις εικόνες έως και τη σελίδα 80, θα έλεγα ότι αυτές είναι καθαρά παπαδιαμαντικές. Ο συγγραφέας όμως προχωρά παραπέρα. Όταν παρουσιάζει τα γεγονότα από τις απεργιακές κινητοποιήσεις στη Θεσνίκη, υιοθετεί άλλο ύφος απόλυτα ταιριαστό για το σκοπό που είχε κατά νου. Οι περιγραφές των οδομαχιών, των τραυματισμών είναι τόσο γλαφυρές (και ίσως για κάποιους λίγο εκτενέστερες απ' ό,τι θα έπρεπε), ώστε καθηλώνουν τον αναγνώστη, με τον τρόπο που η εικόνα καθηλώνει τον τηλεθεατή. Μάλιστα η περιγραφή των βασανιστηρίων που υπέστησαν ο Μιχάλης και η Αργυρώ, ομολογώ ότι μου έδεσαν το στομάχι κόμπο, αλλά τι να γίνει αφού αυτά γίνονταν-και ακόμη πιο αποτρόπαια- εκείνα τα δίσεκτα χρόνια; Καθώς το βιβλίο φτάνει στο τέλος του, όλοι οι λογαριασμοί φαίνεται πως κλείνουν και οι ήρωες όντως προχωρούν παραπέρα.

Οι εκδόσεις Ίνδικτος μάς πρόσφεραν ίσως κάτι για το οποίο οι κριτικοί θα έχουν να σχολιάζουν τους επόμενους μήνες και μέσα από τις μόνιμες στήλες των εφημερίδων και μέσα από τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά που διαθέτει αυτή η χώρα. Εξάλλου τι πιο ευχάριστο από βιβλία που κινούνται διακριτικά και πωλούν αντίτυπα ακόμη και πολλά χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση;

 

περ. HIGHLIGHTS του ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
1/10/2007

Η Χώρα στα δύο

Όποιος στις μέρες μας διατείνεται πως το πολιτικό μυθιστόρημα έχει εντελώς εκλείψει, διαβάζοντας το βιβλίο του Μαυρόπουλου ασφαλώς θ´ αλλάξει γνώμη, καθώς ο συγγραφέας, αξιοποιώντας πραγματικά γεγονότα αλλά και μια φαντασία που δεν δικαιολογεί τον τίτλο της, δημιουργεί ένα έργο όχι απλώς ξερά πολιτικό αλλά επιπλέον δραματικό και συγκλονιστικό. Είναι γεγονός ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς αποφεύγουν αυτή τη θεματολογία, ιδίως του Εμφυλίου και της χούντας. πιστοποιώντας την απολίτικη εποχή όπου ζούμε και την έλλειψη ή το κουκούλωμα της ιστορικής μνήμης.

Ο Μαυρόπουλος κόντρα, λοιπόν, στα καθιερωμένα της εποχής μας –βέβαια, δεν είναι ο μόνος, αφού λίγοι βέβαια σύγχρονοι δημιουργοί καταπιάνονται με το πολιτικό μυθιστόρημα-, ανατρέχει στην καταγεγραμμένη πλέον πολιτική και κοινωνική ιστορία και, με συνοδοιπόρο τη θαυμαστή λειτουργία του εγκεφάλου που ονομάζεται μνήμη, μας κάνει κοινωνούς μια μυθιστορηματικής αλήθειας, σκληρής και καταλυτικής. Βέβαια, το μυθιστόρημα δεν στερείτε αισθητικών παρεμβάσεων, όπως ο έρωτας, για παράδειγμα. Το έργο όμως στο σύνολό του εμπεριέχει σκηνές που στ´ αλήθεια σοκάρουν με την αγριότητά τους. Στη θέση των νεκρών παραδίδονται ο ρουχισμός ή τα κομμένα κεφάλια τους. Ας σταθούμε όμως κι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στη Μακεδονία στη δεκαετία του 1930. Μια οικογένεια ζει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής. Καπνοπαραγωγοί που εμπλέκονται στους αγώνες για δικαιοσύνη. Το εργατικό κίνημα φουντώνει και οι μεγάλες απεργίες στη Θεσσαλονίκη βρίσκουν τον πατέρα στο μάτι του κυκλώνα. Κι όταν αυτός αφήνει την τελευταία του πνοή στο κρατητήριο, ύστερα από απάνθρωπα και εξευτελιστικά βασανιστήρια, τη σκυτάλη παραλαμβάνουν τα παιδιά. Η οργή άνοιξε τα πανιά της κι ο δρόμος της εκδίκησης μοιάζει πως δεν θα έχει τέλος. Το θάνατο του πατέρα ακολουθεί ο αποκεφαλισμός του μεγάλου γιού. Η οικογένεια, στη δίνη του κατατρεγμού. Επιφανειακά διασπάται, αφού αναγκάζονται για λόγους επιβίωσης να χωρίσουν. Η μνήμη όμως έχει πλέξει για τα καλά τον ιστό της. Η εκδίκηση ψάχνει τρόπους να εκφραστεί. Και το μισό πορτοκάλι που έδινε η μάνα στα παιδιά της, ως δίκαιη μοιρασιά, δηλώνοντας και τη συνοχή της οικογένειας, θα γίνει το σύμβολο της εκδίκησης. Κάθε νεκρός, σκοτωμένος από χέρι που το όπλισε η αδικία και ο πόνος, βρίσκεται με μισό πορτοκάλι στο στόμα. Το πορτοκάλι του χαμένου πατέρα, το πορτοκάλι του χαμένου αδερφού.

Η γραφή απέριττη. Αλλού τρυφερή, στο σύνολό της όμως σκληρή και πραγματική, δίνει την αγριότητα των καταστάσεων. Οι ήρωες, γεννήματα της εποχής τους, τραβούν το δρόμο της Ιστορίας, χωρίς να προδίδουν τον συγγραφέα. Οι λέξεις καίριες, τίποτα το περιττό, τίποτα ωραιοποιημένο. Η εξέλιξη των ηρώων που αρνούνται να ξεχάσουν – και γιατί, άλλωστε, να το κάνουν;- αναμενόμενη. Ίσως ακραία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί. Όμως ακραίες και οδυνηρές εμπειρίες δεν είχαν και αυτοί; Πως, άλλωστε, θα μπορούσαν να παλέψουν το θεριό της αδικίας; Σκληρά τα ερωτήματα και έντονος ο προβληματισμός μετά το κλείσιμο του βιβλίου. Ο Μαυρόπουλος σ´ αυτό το βιβλίο του ξύνει πληγές. Ανασύρει απωθημένα. Μας παίρνει από το χέρι για να μας βγάλει από τη λεωφόρο, και να μας δείξει τα στενά καταχωνιασμένα δρομάκια. Μας ψυθιρίζει στα κλειστά τηλεορασόπληκτα αφτάκια μας αυτά που ξεχάσαμε. Και όχι βέβαια για να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των ηρώων του, αλλά για να μας θυμίσει ότι η λήθη γεννά αφασία και η αφασία «νεκρά» και εξαρτημένα άτομα.

 

Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της ΛΙΝΑΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ
12/10/2007

Πορτοκάλι με γεύση θανάτου
Όταν το παρελθόν γίνεται διώκτης του παρόντος

Το παρελθόν γίνεται κομμάτι του μέλλοντος και το παρόν τίθεται σε αναστολή μέχρι να εξοφληθούν τα περασμένα χρέη. Είναι η χρονική διάσταση όπου παγιδεύονται όλοι όσοι ένιωσαν τον ιδιωτικό τους κόσμο να συνθλίβεται από ένα ορμητικό συλλογικό πεπρωμένο. Ολοι εκείνοι που είδαν την προσωπική τους ζωή να οπισθοχωρεί μπροστά σε αδυσώπητες ιστορικές συνθήκες, που επωμίστηκαν ξένες ενοχές, που ανέλαβαν ευθύνες δυσανάλογα βαριές σε σχέση με όσα βάραιναν τους ίδιους. Λεηλατημένες από την Ιστορία ζωές επιλέγει να ιστορήσει ο Λευτέρης Μαυρόπουλος στο τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του. Οπωσδήποτε δεν πρωτοτυπεί. Κάθε άλλο. Η ελληνική πεζογραφία εμπλουτίζεται από μία ακόμα αφήγηση για την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη χούντα. Ωστόσο ο Μαυρόπουλος παραμερίζει τα γεγονότα για να κρατήσει μόνο τις επιπτώσεις τους. Επιπτώσεις αριστοτεχνικά αποτυπωμένες στα πρόσωπα της ιστορίας του. Ενδιαφέρουσα η εστίαση του μυθιστορήματος στους κόλπους μιας οικογένειας, στον βαθμό που αποδίδει με ένταση το μέγεθος των ιστορικών συγκυριών. Ακόμα και αν τα μέλη της οικογένειας πασχίζουν να μείνουν στο περιθώριο των γεγονότων δέχονται με σφοδρότητα τις συνέπειές τους και τα ανυπολόγιστα τραύματα που υφίστανται επιτάσσουν την εμπλοκή τους. Οταν όμως το αίτημα για δικαιοσύνη βρίσκει διέξοδο στην ολισθηρή απόφαση της αυτοδικίας, κάθε πλευρά χάνει αυτομάτως το δίκιο της. Τα θύματα εκδικούνται τους θύτες τους μιμούμενα την αγριότητά τους, ανοίγοντας έναν φαύλο κύκλο που τους εγκλείει όλους σε έναν ατέρμονο, απαρηγόρητο τρόμο.

Μιαρή ευχή

Υποβλητική η εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος, κατά την οποία παρακολουθούμε τις εναγώνιες ικεσίες μιας πολύτεκνης μητέρας στον παπά του χωριού για να μεσιτεύσει στο Θεό προκειμένου να αποφευχθεί η δωδέκατη γέννα της. Είναι τα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, σ' ένα χωριό της Μακεδονίας, με τους καπνεργάτες να λυγίζουν από την εκμετάλλευση των καπνεμπόρων. Ο Μιχάλης, η κεφαλή της πολύτεκνης οικογένειας, μολονότι πεισματικά ανένταχτος σε κομματικές φατρίες, συμμετέχει ενεργά στις κινητοποιήσεις των καπνεργατών και σύντομα μπαίνει στο στόχαστρο των τοπικών αρχών, για να βρει λίγο αργότερα μαρτυρικό θάνατο σ' ένα κελί. Η γυναίκα του τελικά δεν γλιτώνει την εγκυμοσύνη και το δωδέκατο παιδί αναλαμβάνει ύστερα από χρόνια να εκδικηθεί τόσο τον θάνατο του πατέρα του όσο και του μεγαλύτερου αδερφού του. Ο τελευταίος είχε κληρονομήσει τους διώκτες του πατέρα του και έπειτα από συνεχείς επιθέσεις έγινε αντάρτης, για να καταλήξει ένα κεφάλι σ' ένα σακί. Από τη στιγμή που ο Βενιαμίν της οικογένειας, Μιχάλης κι αυτός, υποχρεώνεται να παραδώσει αυτό το σακί στη μητέρα του, έχει προδιαγράψει τη μοίρα του. Στιγματισμένος από τις οικογενειακές συμφορές φυγαδεύεται σε νησί και όταν έπειτα από περιπλανήσεις βρίσκεται φοιτητής στο Πολυτεχνείο, η απόφαση έχει πια ωριμάσει μέσα του. Σχεδιάζει υπολογισμένα τις δολοφονίες συνεργατών και στελεχών της Ασφάλειας, όχι μόνον όσων εμπλέκονται έμμεσα στους θανάτους των οικείων του, αλλά και όσων δρουν την περίοδο της Επταετίας.

Ο Μιχάλης ήρθε στον κόσμο μέσα από τις τύψεις και τις ενοχές της μητέρας του, η οποία, αφενός, δεν ήθελε άλλο παιδί και αφετέρου, αποσιώπησε τις μιαρές ευχές της από τον σύζυγό της. Δραματική συνεπώς η σύλληψη του Μιχάλη, όπως δραματική υπήρξε και η πορεία του. Εγκλωβισμένος στα εκδικητικά του σχέδια συνειδητοποιεί κάποτε πως δεν ζει, πως έχει ακινητοποιηθεί από τα βαρίδια του παρελθόντος, πως παλεύει να εξοφλήσει διαρκώς ανατοκιζόμενα χρέη. Η εντιμότητά του και η μνήμη του στους νεκρούς επιβάλλουν την εκδίκηση, όμως αυτή η εκδικητική αγριότητα ευτελίζει τη ζωή του και ενώ της δίνει νόημα, ταυτόχρονα της το αφαιρεί. Τα έξι πορτοκάλια που άλλοτε η μητέρα του έκοβε στη μέση για να τα μοιράσει στα παιδιά και τον άντρα της, έχουν γίνει η υπογραφή ενός δολοφόνου. Κόβοντας στη μέση τα πορτοκάλια για να τα παραχώσει στο στόμα των θυμάτων του, διχάζει την ύπαρξή του ανάμεσα στο πένθος και στον τρόμο. Εκπληκτικό το εύρημα του Μαυρόπουλου με τα πορτοκάλια, υποδεικνύει τη συγκαλυμμένη προσωπική χροιά σε δολοφονίες τύποις πολιτικές.

Το θύμα σε πρώτο πρόσωπο

Δεξιοτεχνική καθώς και απολύτως λειτουργική μυθοπλαστικά η εναλλαγή τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ο Μιχάλης απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο μόλις η μητέρα του μένει έγκυος, από τη στιγμή δηλαδή που γίνεται μέλος της οικογένειας και επαγωγικά του βιβλίου. Η φωνή ωστόσο που ακούμε στο τελευταίο κεφάλαιο δεν ανήκει στον Μιχάλη. Κρίσιμη η συμβολή του τελευταίου αφηγητή, στο μέτρο που αλλοιώνει πολύ διακριτικά, αλλά ουσιαστικά το πορτρέτο του πρωταγωνιστή. Από την αφήγησή του βγαίνει το συμπέρασμα πως ο συγγραφέας (όπως αρκετοί πριν από αυτόν, με πρόσφατο παράδειγμα το αφήγημα του Νίκου Δαββέτα) επιχειρεί να δώσει φωνή και στην άλλη πλευρά. Πράγματι ο άντρας του τελευταίου κεφαλαίου που περιγράφει την ομηρία του από τα αδέλφια του Μιχάλη, είναι συγγενής των βασανιστών που λυμαίνονταν το χωριό του ήρωα. Ο Μαυρόπουλος υπαινίσσεται την αδυναμία μανιχαϊστικών οροθετήσεων δίνοντας λόγο σ' ένα θύμα, ένα θύμα που ανήκει στην πλευρά των θυτών. Ο άντρας του τελευταίου κεφαλαίου είναι συνεπώς το αντεστραμμένο είδωλο του Μιχάλη, ο οποίος βαθμιαία προβάλλει σαν ένας θύτης από την πλευρά των θυμάτων. Μέσα από τον λόγο του άντρα ο ήρωας χάνει κάθε τραγικότητα, ενώ οι πράξεις του ξεκόβονται από τα αρχικά τους κίνητρα. Τίποτα δεν μπορεί να καθαγιάσει τα μέσα που μετέρχεται για την ανακούφιση της οδύνης του. Από το άλλο μέρος, ο έμφοβος αφηγητής είναι υπόλογος για την άγνοια, ίσως και για την ανεπίτρεπτη αδιαφορία του. Εκείνο που μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε μαζί του, μεταφέροντας την αγωνία του για τη ζωή του, είναι η ανύποπτη εγγύτητα του παρελθόντος με το παρόν. Ακόμα και αν αυτό το παρελθόν το θεωρούμε ξένο ή ανενεργό. Εξαιρετικό το κλείσιμο του βιβλίου, τόσο για τη διεισδυτική και απόλυτα σύγχρονη θεώρηση της πρόσφατης ιστορίας μας όσο και για τη σκληρότητα της τελευταίας φράσης.

Οπωσδήποτε όμως οι καίριοι συλλογισμοί τού Μαυρόπουλου δεν θα αναδεικνύονταν χωρίς τη συνδρομή των αξιοπρόσεκτων μυθοπλαστικών του ικανοτήτων, όπως οι καθηλωτικές, ανατριχιαστικές συχνά περιγραφές, οι αντιδραματικοί τόνοι, που φτάνουν στο σημείο μιας παγωμένης απάθειας, το ενδιαφέρον κράμα κυνισμού, υποδόριας συγκίνησης και διακριτικής θυμηδίας, η ευπλαστότητα της γλώσσας, που συναιρεί ανεμπόδιστα βορειοελλαδίτικους ιδιωματισμούς με λόγιες εκφράσεις, με δυο λόγια, οι πολλαπλές μεταμορφώσεις της γραφής.

Από κάθε άποψη ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα.

 

εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ
9/12/2007

Προκλητικό, αντι-κορέκτ

Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος έχει γράψει ένα από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα των τελευταίων ετών, ξεκινώντας από τον εμφύλιο και καταλήγοντας στην τρομοκρατία. Και η δύναμή του προέρχεται, νομίζω, από το γεγονός ότι έχει θέση, δεν είναι πολιτικά ορθό, είναι προκλητικό. Και μαζί δουλεμένο μέχρι εκεί που δεν παίρνει: και στο στήσιμο της πλοκής, με αποκαλύψεις και διαψεύσεις, με σκηνές μεγάλης δραματικής έντασης, και στη διαχείριση του χρόνου, και στο πλάσιμο των χαρακτήρων, και στη γλώσσα, που ντύνει αβίαστα την ιστορία, φέρνοντας στην επιφάνεια ολοζώντανα κοιτάσματα, διαλεκτικά και μη, της ελληνικής.
Σε ένα χωριό της Μακεδονίας, ένας πατέρας αριστερός, ανένταχτος αλλά μαχητικός, πληρώνει τη συμμετοχή του στο κίνημα με τη ζωή του. Ο μεγάλος γιος βγαίνει αντάρτης και καταλήγει περιφερόμενη κομμένη κεφαλή. Η δυναμική μητέρα γίνεται το φάντασμα του εαυτού της. Η αγάπη, η στοργή, το κουκούλι της οικογένειας χάνεται για πάντα. Ο μικρός γιος, αυτός που δεν ήταν να γεννηθεί, αναλαμβάνει χρέη εκδικητή: όποιος χάλασε ζωές, πρέπει να πληρώσει με τη δική του. Σἠμα κατατεθέν το πορτοκάλι, που η μάνα μοίραζε ακριβοδίκαια σε όλη την οικογένεια.
Η ικανότητα του συγγραφέα στην ανασύσταση της εποχής, η ψυχογραφική του δύναμη, το αυθυπόστατο των χαρακτήρων με την ιδιόλεκτο που προσιδιάζει στην ηλικία και στη θέση τους είναι αδιαμφισβήτητα. Το προσωπικό διαπλέκεται με το συλλογικό απόλυτα πειστικά. Οι ανατροπές, θανάσιμες και θανατηφόρες, εισάγουν διαρκώς νέες παραμέτρους. Ο εκδικητής διαλύεται από το θάνατο που έζησε και έδωσε και παραδίδει την σκυτάλη. Το θύμα πείθει για την αθωότητά του. Ο φόβος μέσα στον οποίο θα ζει εφεξής θα μυρίζει το πορτοκάλι της εκδίκησης. Το βιβλίο ξεχειλίζει από αγριότητα, μίσος ωμότητα. Ρισκάρει, τοποθετείται, πάει κόντρα στο ρεύμα, μπαίνει δυναμικά σε μια συζήτηση που κρατάει μισόν αιώνα και, αιρετικό, κερδίζει το στοίχημα.

 

εφ. ΤΑ ΝΕΑ του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ
2/2/2008

Πορτοκάλια και πικραλίδες

Για τον Λευτέρη Μαυρόπουλο δεν ξέρω περισσότερα από αυτά που μας λέει το σύντομο βιογραφικό στο «αφτί» του τελευταίου βιβλίου του: γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, είναι φιλόλογος, ζει από το 1987 στο Χρυσό Σερρών και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του ομολογώ ότι δεν τα έχω διαβάσει. Αλλά αυτό το τέταρτο, παράξενο όσο και ο τίτλος του, συγκράτησε το ενδιαφέρον και τον προβληματισμό μου για αρκετό διάστημα μετά την ανάγνωσή του.

Το άμεσο θέμα του είναι η ιστορία μιας πολιτικής βεντέτας, που απλώνεται σε τρεις γενιές και εφτά δεκαετίες, από το 1936 ώς το 2000. Η αφήγηση ξετυλίγεται με έναν πολύ ασυνήθιστο τρόπο, που μας υποβάλλει κάθε τόσο άλλα, παράπλευρα θέματα: αρχίζει σαν επαρχιακή ηθογραφία, συνεχίζεται σαν κοινωνικό μυθιστόρημα με έντονο πολιτικό χρώμα, έπειτα σαν μυθιστόρημα μαθητείας, ακολούθως σαν αστυνομικό μυθιστόρημα (με αφηγητή τον ίδιο τον δολοφόνο) και τελειώνει σαν αμερικανικό κινηματογραφικό θρίλερ με μεγάλες εκπλήξεις και εντυπωσιακά εφέ. Εξίσου ασυνήθιστες είναι οι αλλεπάλληλες τομές ή ανατροπές στην αφηγηματική συνθήκη του κειμένου. Αρχικά διαβάζουμε μια ιστορία σε τρίτο πρόσωπο, σαν να την αφηγείται ένας παντεπόπτης εξωδιηγητικός παρατηρητής, όπως σ΄ ένα κλασικού τύπου μυθιστόρημα. Σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας, όμως, διαπιστώνουμε ότι μιλούσε ένας από τους πρωταγωνιστές της, ο οποίος συνεχίζει τώρα την εξιστόρηση σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά προς το τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε ότι στην πραγματικότητα ο αφηγητής δεν είναι ούτε αυτός, μα κάποιος άλλος, που ώς εκείνο το σημείο έπαιζε τελείως επουσιώδη ρόλο στα εξιστορούμενα και του οποίου τη διήγηση ακούει ένα πρόσωπο που προστίθεται τώρα στην υπόθεση. Αυτό το καινούργιο πρόσωπο παίρνει με τη σειρά του τον λόγο και οδηγεί την ιστορία στην έκβασή της. Αν όλα αυτά φαίνονται μπερδεμέ- να, είναι επειδή δεν πρέπει να προδώσουμε τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα, που φανερώνονται στον αναγνώστη στο τελευταίο μέρος του βιβλίου. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για ένα απλό σχήμα: τρεις ιστορίες που περιέχονται η μια μέσα στην άλλη σαν τρεις ομόκεντροι κύκλοι.

Η Κατερίνα, γυναίκα του καπνοπαραγωγού Μιχάλη σ΄ ένα χωριό της Ανατολικής Μακεδονίας, έχει ήδη έντεκα παιδιά και φοβάται πως περιμένει ένα δωδέκατο. Εξομολογείται στον παπα-Γρηγόρη, προστάτη της οικογένειας, την πρόθεσή της να κάνει έκτρωση, γιατί δεν μπορεί να θρέψει ένα ακόμα στόμα, ο ιερέας όμως την αποτρέπει. Οι καπνοκαλλιεργητές της περιοχής περνούν δύσκολες στιγμές. Οι μεσίτες τούς εκμεταλλεύονται στυγνά και τους τρομοκρατούν, με όργανο τη χωροφυλακή, που καθοδηγείται από τον αδίστακτο καπνέμπορο Μηνά. Ο Μιχάλης, χωρίς να έχει επαναστατικές πολιτικές πεποιθήσεις, συστρατεύεται με τους αριστερούς συνδικαλιστές για να υπερασπίσει τα δίκαιά του και μπαίνει έτσι στο μάτι του Μηνά. Κατά την αιματηρή εργατική διαδήλωση του Μαΐου 1936 στη Θεσσαλονίκη συλλαμβάνεται από τους χωροφύλακες, βασανίζεται άγρια και πεθαίνει. Λίγο πριν ξεψυχήσει λέει σ΄ έναν από τους βασανιστές του: «Σου υπόσχομαι να σηκωθώ απ΄ το μνήμα μου και να σε σκοτώσω».

Αυτή την υπόσχεση θα αποφασίσει κάποτε να εκπληρώσει το στερνοπαίδι του, που γεννιέται μετά τον θάνατό του και παίρνει το όνομα του πατέρα του. Στο μεταξύ ο μεγαλύτερος γιος βγαίνει στο βουνό με τους αντάρτες (βρισκόμαστε ήδη στον Εμφύλιο), ενώ ο φοβερός Μηνάς εξακολουθεί να κατατρέχει την οικογένεια, ώσπου κάποιοι κατορθώνουν να τον παγιδεύσουν και να τον εκτελέσουν. Φοβούμενος αντεκδίκηση, ο παπα-Γρηγόρης φυγαδεύει τον μικρό Μιχάλη στη Σκόπελο και κατόπιν στην ΄Ανδρο. Ο ίδιος όμως δεν θα γλιτώσει από την εκδικητική μανία του γιου του Μηνά, που με την παρακρατική συμμορία του τον κακοποιεί μέχρι θανάτου.

Μετά την εφηβεία του στην ΄Ανδρο, ο Μιχάλης έρχεται στην Αθήνα, φοιτά στη σχολή εμπορικού ναυτικού και λίγο αργότερα γράφεται στο Πολυτεχνείο. Φαινομενικά είναι ένας φιλήσυχος σπουδαστής, χωρίς προσωπική ζωή και πολιτικές συναναστροφές. Στα κρυφά, όμως, αρχίζει να εφαρμόζει το σχέδιό του: να παρακολουθεί, να παγιδεύει και να εκτελεί χαφιέδες και ασφαλίτες. Η «υπογραφή» που αφήνει πίσω του είναι ένα μισό πορτοκάλι: αναφορά στο μισό πορτοκάλι που περίσσευε για τον πατέρα του, όταν η μητέρα του μοίραζε έξι πορτοκάλια ανάμεσα στα έντεκα παιδιά της.

Τα χρόνια περνούν και ο Μιχάλης συνεχίζει τη δράση του. Στο μεταξύ έχει πιάσει δουλειά σ΄ ένα μηχανουργείο, όπου κερδίζει τη συμπάθεια του εργοδηγού του και τον έρωτα της κόρης του τελευταίου, με την οποία συνάπτει δεσμό. Μόλις κηρύσσεται η δικτατορία του 1967 ο εργοδηγός συλλαμβάνεται και εξορίζεται, ενώ ο Μιχάλης, για να μη γίνει στόχος της Ασφάλειας και αναγκαστεί να σταματήσει το τιμωρό έργο του, παίρνει αποστάσεις από την οικογένεια του επίδοξου πεθερού του. Στο σημείο αυτό γίνεται μια μεγάλη τομή στην αφήγηση και μεταφερόμαστε ξαφνικά στη σύγχρονη εποχή, με τρόπο που, όπως είπαμε, δεν επιτρέπεται να αποκαλύψουμε. Θα πούμε μόνον ότι η ιστορία τοποθετείται σε μια διαφορετική προοπτική και ότι τώρα εμπλέκεται σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναπάντεχων εμφανίσεων, ο εγγονός του απαίσιου Μηνά, που προορίζεται για τελευταίο θύμα σ΄ αυτό τον ματωμένο κύκλο.

Θα μπορούσε κανείς να νομίσει, κρίνοντας από αυτό το περίγραμμα, πως πρόκειται για ένα αριστερό μελό σαν αυτά που μας μπούχτισαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Αλλά δεν είναι έτσι.

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι λεπτά επεξεργασμένοι, η ψυχολογία τους και η συμπεριφορά τους παρουσιάζουν αποχρώσεις που δεν αφήνουν περιθώρια για ιδεοτυπικές σχηματοποιήσεις. Το μέρος, ιδιαίτερα, του βιβλίου που καλύπτει την περίοδο από το 1936 ώς περίπου το 1950 είναι εκπληκτικά ζωντανό, αναπαριστάνοντας την εποχή με πολύ ζεστά χρώματα και συγκινητικές λεπτομέρειες. Σ΄ ένα άλλο επίπεδο, η πορεία της αφήγησης, με τις εναλλαγές οπτικής για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω, φαίνεται να έχει μια ενδιαφέρουσα αντιστοιχία με την εξέλιξη της ελληνικής πεζογραφίας και του κόσμου που καθρεφτίζεται σ΄ αυτήν: από την ηθογραφία του χωριού και της υπαίθρου στο ρεαλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα των αστικών κέντρων με τις πολιτικές και ταξικές συγκρούσεις τους, από εκεί στους μοναχικούς ήρωες και τις αστυνομικής υφής ιστορίες της σύγχρονης πεζογραφίας, που προσπαθούν να αποδώσουν μια πολύ περίπλοκη και αδιαφανή πραγματικότητα κ.λπ.

Τα προβλήματα του μυθιστορήματος αρχίζουν να εκδηλώνονται από τη στιγμή που ο ενήλικος πλέον Μιχάλης ο νεότερος έρχεται στην Αθήνα και περνάει στην πραγματοποίηση του σχεδίου του. Η δράση του εκτυλίσσεται μέσα σ΄ ένα ψυχικό και κοινωνικό κενό. Ο Μιχάλης, ενώ μας μιλάει σαν φυσιολογικός άνθρωπος (γιατί η αφήγηση παραμένει εδώ πρωτοπρόσωπη), συμπεριφέρεται σαν ψυχοπαθής δολοφόνος, αναίσθητος και ουσιαστικά αδιάφορος για το περιβάλλον του. Με τον τρόπο αυτό, τα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα της ιστορίας υποχωρούν ολοένα και το ενδιαφέρον του συγγραφέα μοιάζει να εστιάζεται στην ευρηματικότητα των μεθόδων του εκτελεστή.

Στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου η μυθοπλασία, παρά τις ανατροπές που υπαινιχτήκαμε, εξακολουθεί να δίνει υπέρμετρη έμφαση σε επινοήσεις τεχνικού χαρακτήρα (και μάλιστα εξεζητημένες αυτή τη φορά), με αποτέλεσμα τον σχεδόν πλήρη πια αποπροσανατολισμό του αναγνώστη. Εκτός από αυτό, ενώ η συνομιλία του εκδικητή, στην τελευταία φάση της ιστορίας, με το κατά μία γενιά νεότερο θύμα του θα μπορούσε να είναι μια συγκλονιστική αντιπαράθεση του παρελθόντος με το παρόν, αφού ο εγγονός του Μηνά έχει αποκηρύξει τις πράξεις τόσο του παππού του όσο και του πατέρα του και ανήκει σ΄ έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, στην πραγματικότητα παρακολουθούμε ένα αναπάντητο κατηγορητήριο με ύφος και όρους προκήρυξης τρομοκρατικής οργάνωσης. Το χειρότερο είναι ότι αυτό το κατηγορητήριο οδηγεί στο πρωτάκουστο και πέρα για πέρα αψυχολόγητο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείται η κληρονομική ενοχή, έστω και αν οι εκτελεστές αφήνουν τελικά στο υποψήφιο θύμα τους κάποιες πιθανότητες σωτηρίας.

Εμείς θα βγάλουμε ένα λιγότερο ακραίο, πιστεύουμε, συμπέρασμα από αυτό το μυθιστόρημα: ενώ οι βαθύτερες ρίζες της ελληνικής τρομοκρατίας μπορούν να παρουσιαστούν πειστικά ως ανεξόφλητοι ιστορικοί λογαριασμοί, ο τρόπος που τρέφουν τους βλαστούς τους παραείναι σύνθετος για να αναχθεί εξίσου πειστικά σε ιστορίες προσωπικής εκδίκησης. Από αυτή την άποψη, οι πολύπλοκες επιχειρησιακές μέθοδοι και συσκευές που περιγράφει ο συγγραφέας στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του είναι ίσως ένα υποσυνείδητο αντιστάθμισμα για την εκτροπή του προβληματισμού του προς την υπεραπλούστευση.

 

εφ. ΤΑ ΝΕΑ
21/6/2008

[...] Ας αρχίσουμε με τον Λευτέρη Μαυρόπουλο μιας και είναι αυτός που αναλαμβάνει να φρεσκάρει και να αναβαθμίσει την κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος με ομολογουμένως εντυπωσιακά αποτελέσματα. Με αφετηρία τη γενιά του ΄30, το Άλλο μισό μου πορτοκάλι (Ίνδικτος) ψάχνει τη γενεαλογία της ελληνικής τρομοκρατίας, δίνοντάς μας ταυτόχρονα μια πειστική εκδοχή για το πώς η μυθοπλασία μπορεί να συνυπάρξει με το δοκίμιο χωρίς η αφήγηση να πληγωθεί θανάσιμα.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: