Η ΘΥΕΛΛΑ

Η ΘΥΕΛΛΑ

Η ΘΥΕΛΛΑ

ΑΣΤΕΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Συνήθως ο πόνος από μια «ιστορία αγάπης» που έχει συντελεστεί στο παρελθόν μάς οδηγεί στο «πένθος». Υπάρχουν όμως και εκείνες οι φορές που μας οδηγεί στην πλήρη ακινησία, στην αδράνεια. Τούτο είναι το σημείο απ΄ όπου ξεκινά «Η θύελλα». Τότε είναι που κτυπά την πόρτα μας ο άλλος μας εαυτός, ως τιμητής, ως κατήγορος ή ως φωνή που ξεθάβει κοινές αλήθειες. Τότε μας επισκέπτονται οι φαντασιώσεις, οι μνήμες, σκληρές μα και αδιευκρίνιστες συνάμα, εμβληματικές φιγούρες όπως εκείνη της Μητέρας, στο τέλος όμως, οπωσδήποτε Εκείνη, που θα μας βγάλει τον κόμπο απ΄ τον λαιμό και θα μας κάνει επιτέλους να μιλήσουμε, να εκφραστούμε, να δούμε τις νευρώσεις μας κατάματα, να αυτοσυνειδητοποιηθούμε.

«Η θύελλα» είναι μια νουβέλα που σε καλεί να τη διαβάσεις με μία μοναχά ανάσα, σα μια μικρή ερωτική ιστορία που μέσα της κρυβόμαστε όλοι μας – όλη αυτή η μεγάλη περιπέτεια που μας ωθεί, ξανά και ξανά, στη δοκιμασία της.

7,00 €

Αγορά

  • Σελίδες: 112
  • Σχήμα: 20,5 x 12
  • ISBN: 978-960-518-280-9

περ. ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ
12/4/2007

Θέματα υπάρχουν σωρός, ακόμα και η έλλειψη θέματος συνιστά συναρπαστικό θέμα, πλην όμως ο τρόπος είναι το παν. Όλα τα βιβλία που αγαπάμε, αν γραφτούν αλλιώς παύουν να υπάρχουν. Ο συγγραφέας της «Θύελλας» φαίνεται πως έκανε διαδοχικά λογοτεχνικά χαρακίρια ωσότου ανακαλύψει τον εσωτερικό ψίθυρο που θα ελευθέρωνε το δράμα του και θα το ξεχώριζε από καθετί παραπλήσιο και συγγενικό. Τόση σπαζοκεφαλιά για να μας αφηγηθεί μια ερωτική ιστορία; Το κατόρθωμα του βιβλίου είναι ότι διασώζει ένα ψυχογράφημα ακραίας έντασης αντλώντας μόνο από τον εαυτό του, χωρίς να καταδέχεται να στραβοκοιτάξει τις «λύσεις» των άλλων. Μιλάμε για μια ενδοφασία -ενίοτε στα όρια της παραφροσύνης- η οποία ουδέποτε παραφέρεται λεκτικά. Η αφροδίσια παγίδα, σαν μυστικό που δεν ξέρει τι είναι, περιγράφεται με σοφή οδύνη, θυμίζοντας άνθρωπο που μεταφέρθηκε κοιμισμένος σε ένα άγνωστο μέρος κι όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι ονειρεύεται.

 

Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της ΛΙΝΑΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ
8/6/2007

Περιαυτολογίες εκτός εαυτού

Οταν ο εαυτός γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και χλεύης

Ο εσώτερος εαυτός, αυτό το περίεργο, ατίθασο μόρφωμα, μπορεί, ως γνωστόν, να μεταλλαχθεί στον πλέον αμείλικτο δυνάστη. Ειδικότερα όταν οι συνθήκες ευνοούν την αυτονόμησή του γίνεται άκρως καταπιεστικός. Σκάβει λάκκους, στήνει παγίδες, μεθοδεύει εξευτελισμούς, νουθετεί, προστάζει, χλευάζει, φλυαρεί ασύστολα, εν ολίγοις παίρνει το επάνω χέρι. Και δεν υπάρχει ιδανικότερη συνθήκη για την αφύπνιση αυτού του μέσα εαυτού από την απόλυτη μοναξιά. Ο αφηγητής του πρωτοεμφανιζόμενου Γιάννη Αστερή (γενν. 1979) βρίσκεται σε τόσο απελπιστική κατάσταση που εκουσίως επικαλείται τη συντροφιά του εαυτού του. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες ξυπνάει νιώθοντας την αδήριτη ανάγκη να αποδυθεί σε μια παράφορη, θυελλώδη συνομιλία μαζί του. Μέχρι τη μέρα της αφήγησης έχουν μεσολαβήσει τέσσερα χρόνια χωρίς εκείνη, τον μεγάλο του έρωτα. Και προφανέστατα δεν μπορεί να τα βγάλει πια πέρα με την απουσία της. Ολα τα προσχήματα για την εκμετάλλευση του αδειασμένου χρόνου του -μια πραγματεία για τον Βίτγκενσταϊν, ένα μεγαλόπνευστο λογοτεχνικό έργο- έχουν αποδειχθεί αλυσιτελή. Υστατο τέχνασμα, η φαντασίωση ενός «παρατηρητικού εγώ» που θα βάλει σε τάξη τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τις αναμνήσεις του, που θα κινητοποιήσει εν τέλει τον χρόνο του. Ο αφηγητής καθηλωμένος στον ρόλο ενός «παρατηρούμενου εγώ» παρακολουθεί τον εαυτό του να επικρίνει σκληρά την παραίτησή του, την αδράνειά του, τους φόβους του. Ο επώδυνος διάλογός τους στηρίζεται σε μια θεμελιώδη υπόθεση. Αν εκείνη επέστρεφε...

Πυρετώδης αφηγηματικός ρυθμός

Η νουβέλα του Γιάννη Αστερή αρθρώνεται υπό τη μορφή εσωτερικού μονολόγου, χωρίς όμως να απολήγει σε μια πληκτική αυτοπαρατήρηση ή ένα λυγμικό αναμάσημα αγιάτρευτων πληγών. Αντιθέτως, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα διατρέχεται από ασίγαστη ένταση, επιβάλλοντας ταχύτατους αφηγηματικούς και αναγνωστικούς ρυθμούς. Η πυρετώδης ψυχική διάθεση του αφηγητή διηθείται με εντυπωσιακή αμεσότητα στο κείμενο. Ο ήρωας, προκειμένου να καταστήσει βιώσιμη την καθημερινότητά του, την τεμαχίζει σε ήσσονες μέριμνες, δίνοντας προτεραιότητα σε διανοητικές ενασχολήσεις. Κατ' αρχάς, ο πανικός του μπροστά σε μια καινούρια μέρα, απαράλλακτη με τις προηγούμενες και εξίσου επαχθή εφόσον εκείνη συνεχίζει να λείπει, παρουσιάζεται σαν αγωνία για την περάτωση της εργασίας του πάνω στον Βίτγκενσταϊν. Χαρακτηριστικά τα ελλείμματα της μελέτης, η πρώτη φράση και ο επίλογος. Από αυτές ακριβώς τις υστερήσεις πάσχει και ο αφηγητής. Αδυνατεί να εντοπίσει την αρχή της κατάρρευσής του, όπως επίσης είναι παντελώς ανίκανος να της βάλει μια τελεία. Από το άλλο μέρος, το διαρκώς αναβαλλόμενο πέρας τόσο της φιλοσοφικής εργασίας όσο και του λογοτεχνικού βιβλίου, με τον τίτλο «Θύελλα», καταδεικνύει τη σημασία της αναβολής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τις πνευματικές έγνοιες του ήρωά του νευρώσεις. Αν περατωθούν θα υποχρεωθεί να επινοήσει άλλες. Συνεπώς η προβεβλημένη πνευματικότητά του δεν είναι παρά μια πρόφαση, μια παραπλάνηση του χρόνου. Ομως τη μέρα που καλύπτει τον αφηγηματικό χρόνο της νουβέλας, οι παντοειδείς προφάσεις κατεδαφίζονται με την έλευση του παρατηρητή. Ο παρατηρούμενος γυμνώνεται ακαριαία, όχι μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά. Καθ' όλη τη διάρκεια της αδυσώπητης συνομιλίας τους βρίσκεται γυμνός στο υπνοδωμάτιό του. Εκεί τον συναντάμε στην αρχή, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, εκεί τον εγκαταλείπουμε. Οι όποιες μετακινήσεις του μέσα στο διαμέρισμα υποδεικνύονται πλαγίως ως ψευδαισθητικές. Ενδεικτικό της σύγχυσής του ως προς τον χώρο το γεγονός ότι οι παραμικροί βηματισμοί μέσα στο διαμέρισμα του προκαλούν ολοένα και πιο οδυνηρούς τραυματισμούς. Η κρισιμότητα ωστόσο της κατάστασής του κατοπτρίζεται πρωτίστως στον λόγο του. Λόγος παραληρηματικός, άναρχος, αγχώδης, που εκδιπλώνεται σε μια ακατάσχετη ροή, σαν σύμπτωμα μιας αρρώστιας, οπωσδήποτε ανησυχητικής· λόγος επίσης διχασμένος, όπως και εκείνος που τον εκφέρει, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πρόσωπο. Και η αντικειμενικότητα του τρίτου προσώπου; Σε μια έξαρση ιλαρότητας το τρίτο πρόσωπο ενσαρκώνεται σ' έναν απρόσμενο, οχληρό επισκέπτη, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον νυν εραστή της πρώην ερωμένης τού αφηγητή. Επομένως, το τρίτο πρόσωπο απουσιάζει διότι ευθύνεται για την απουσία εκείνης.

Σκωπτικά τεχνάσματα

Ο αφηγητής σπαράσσεται από το πένθος, όχι μόνο εξαιτίας της νεκρωμένης σχέσης, αλλά και λόγω της μείζονος απώλειας της αρχετυπικής γυναικείας φιγούρας, της μητρικής. Οταν αναζητεί μια αρχή (είτε υπαρξιακή είτε κειμενική) οραματίζεται την ουτοπική επάνοδο στο μόνο ασφαλές περιβάλλον, της μήτρας. Οταν αναλογίζεται τον ερωτικό χωρισμό οδηγείται νομοτελειακά στον πρωταρχικό αποχωρισμό αυτού του ενδομήτριου θάλπους. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή τοποθετεί την αμετάκλητη απώλεια κάθε ελέγχου πάνω στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Ο κόσμος του συρρικνώνεται στο σώμα του, ένα σώμα ακρωτηριασμένο από την απουσία, ένα σώμα για το οποίο δεν κρύβει την περιφρόνησή του, καθότι τον υποβάλλει σε διαρκείς ταπεινώσεις. Οσες άμυνες, όση επινοητικότητα, όσες φαντασιώσεις και αυταπάτες κι αν επιστρατεύσει για να επιβληθεί στην ύπαρξή του, έχει πλήρη επίγνωση της ήττας του. Ακόμα και σε στιγμές αναθάρρησης ο ήρωας σκοντάφτει τραγελαφικά πάνω σε κλειστές πόρτες, κυρίαρχο μοτίβο στο βιβλίο. Η μετωπική του σύγκρουση με έναν δυναστευτικό και αρκετά καυστικό σωσία αποσκοπεί ακριβώς στην ανάσχεση της ηττοπάθειας. Οι αναδρομές, οι στρόβιλοι των συλλογισμών, η ανελέητη αυτοϋπονόμευση, όλος αυτός ο επικήδειος δωματίου δεν καταλήγει παρά στη φαντασιώδη αναβίωση και τον εκ νέου αποχωρισμό εκείνης. Η βραδύκαυστη, σπειροειδής αφήγηση γίνεται αίφνης παρανάλωμα. Ενα έμπυρο ερωτογράφημα. Και αν μέχρι τότε το παιχνίδι με τη γλώσσα (στον ήρωα διαφεύγουν πάντα οι κατάλληλες λέξεις, γι' αυτό άλλοτε αρμαθιάζει πολλές συνώνυμες και άλλοτε παραλείπει κάποιες) απηχούσε εύγλωττα την ψυχική αναστάτωση, τώρα αποδιοργανώνεται και ο χρόνος της αφήγησης· ταλαντεύεται τρελαμένος ανάμεσα στον πένθιμο αόριστο και τον χιμαιρικό ενεστώτα.

Ο Αστερής δεν αφήνει ποτέ τα ζοφερά αισθήματα να μετασχηματιστούν σε θρηνωδίες. Γνωρίζοντας καλά πως στην τραγικότητα εμφιλοχωρεί αναπότρεπτα η φαιδρότητα, διακωμωδεί απροκάλυπτα τη συντριβή του ήρωα, ειρωνεύεται την απόγνωσή του και τον βάζει να λύσει διά του πονεμένου σώματός του το αίνιγμα της Σφίγγας. Για να ανακουφίσει μια οξεία κρίση ημικρανίας μετουσιώνεται ο ίδιος στη λύση του Οιδίποδα, παίρνοντας διάφορες στάσεις που αντιστοιχούν στην προοδευτική κατάπτωση του σώματος, ανάλογη της ηλικίας. Το υπαρξιακό άγχος δεν μπορεί παρά να ενέχει και τη γελοία του πλευρά, όπως και ο πολύς απολογισμός καταντάει από ένα σημείο και πέρα «απο-λογισμός». Οσο για την ενδυνάμωση της ταυτότητας, ο συγγραφέας προτείνει μια εφ' όλης της ύλης αρχειοθέτηση με τον αρκούντως σαρκαστικό όρο «προσωπική εναρχείωση», βάσει της οποίας ο πολυδαίδαλος εαυτός μπορεί άνετα να χωρέσει σε μια καρτελοθήκη.

Το βιβλίο του Γιάνννη Αστερή μάς παρασύρει σε μια συναρπαστική δίνη σκέψεων, συναισθημάτων και γλωσσικών σχημάτων. Αξίζει οπωσδήποτε να βυθιστούμε.

 

Εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΤΙΤΙΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ
7/10/2007

Το παραλήρημα ενός νευρωτικού
Ενας άντρας αποτυπώνει στο χαρτί τη θύελλα στη ζωή και στο μυαλό του

Το παραλήρημα ενός νευρωτικού Ενας άντρας αποτυπώνει στο χαρτί τη θύελλα στη ζωή και στο μυαλό του Της Τιτικας Δημητρουλια Γιάννης Αστερής Η θύελλα εκδ. Ινδικτος Μέσα στις χιλιάδες σελίδες της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, ένα άγνωστο όνομα, ακόμα και με ένα ενδιαφέρον εξώφυλλο, με την αυτοπροσωπογραφία της σπουδαίας Φινλανδής ζωγράφου Ηelen Schjerfbeck, κινδυνεύει για λόγους πρακτικούς να περάσει απαρατήρητο· ή να μην αξιολογηθεί σωστά, εφόσον η επιλογή της ανάγνωσης καθορίζεται πολλές φορές από την πρώτη ματιά, τις δυο–τρεις πρώτες σελίδες. Παρά ταύτα, αυτές οι δυο–τρεις σελίδες που μπορεί να αδικούν ένα κείμενο με μεγάλο ενδιαφέρον στη συνέχεια, συνήθως φτάνουν και περισσεύουν όταν πρόκειται για ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, όπως αυτό το Γιάννη Αστερή, που όπως μαθαίνουμε από το οπισθόφυλλο έχει ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο θέατρο.

Η νουβέλα του είναι ο εσωτερικός μονόλογος ενός νευρωτικού υποκειμένου, που έχει κλειστεί στο σπίτι του για να γλείψει τις πληγές του και να βρει τον εαυτό του. Είναι μια ιστορία απώλειας, πόνου, άλλη μια ιστορία αναζήτησης μιας συνεκτικής, ή τουλάχιστον ανεκτής υποκειμενικότητας. Διότι δεν μπορεί να είναι τυχαίο, τελικά, ότι πολλοί νεότεροι συγγραφείς εστιάζουν στον κατακερματισμό του προσώπου και της ταυτότητας και στην αναζήτηση ενός εγώ λειτουργικού, ακόμα και μέσα στον ακρωτηριασμό του και, κυρίως, μέσα στον καθρέφτη. Πρόκειται για μια τάση της νεότερης πεζογραφίας μας, αν και δεν είναι η μοναδική.

Η νουβέλα του Γιάννη Αστερή είναι ο παραληρηματικός λόγος ενός άντρα, απροσδιορίστου ηλικίας, που επιδίδεται στη συγγραφή μιας μελέτης για τον Βίτγκενσταϊν, ως πρόσχημα και αφορμή για την εκπόνηση μιας άλλης εργασίας, τελικά, επίσης ανολοκλήρωτης, για τη θύελλα· για τη θύελλα που θα αποτυπώσει στο χαρτί τη δική του θύελλα, στη ζωή και στο μυαλό του, που καθιστά αφόρητο το ηλιακό φως, το χτύπημα της πόρτας και την εμφάνιση του φίλου που μοσχοβολάει, μαζί και τις αναμνήσεις, τον πόνο, το κενό, το ανολοκλήρωτο. Ο ήρωας παλινδρομεί ανάμεσα στην ψυχαναγκαστική του υποχρέωση να ολοκληρώσει μια αδύνατη εργασία, στις αναμνήσεις ενός έρωτα που τον στοιχειώνει, στις παλαιότερες μνήμες της παιδικής του ηλικίας, με την αγαπημένη μητέρα και τον φοβερό πατέρα της ψυχανάλυσης και του οιδιποδείου. Ολα αναμειγνύονται, αλληλοπροσδιορίζονται, επιτρέπουν την παρείσφρηση νέων δεδομένων που παραμένουν εξίσου μετέωρα με τα παλιά, έτσι ώστε να μην καταλαβαίνει κανείς το γιατί του ερωτικού πένθους, της διάρρηξης του ζευγαριού, ώστε να μη σχηματίζει την εικόνα της μητέρας στον πάγκο της κουζίνας, να μην αντιλαμβάνεται καν τη λειτουργία της γάτας που κυριαρχεί στην ανάμνηση αυτή της μητέρας, όντας έξω από το κάδρο.

Η θύελλα συμπαρασύρει τα πάντα, σπάζοντας, λυγίζοντας τα σχήματα των γεγονότων και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο πραγματικό, το φανταστικό και το φαντασιακό, στη μνήμη και την επινόηση, τον πόνο του σώματος με αυτόν της ψυχής, συναιρώντας επιθυμίες απόκρυφες, όνειρα μυστικά με εικόνες μιας άλλης ζωής, όπου κυριαρχούν οι κόκκινες γόβες και τα κόκκινα χείλη,.

Η δουλειά του Γιάννη Αστερή, θεατρικών καταβολών, ξεχωρίζει: ο συγγραφέας διαχειρίζεται με γνώση και δεξιότητα την τεχνική της ροής της συνείδησης και πλάθει μια γλώσσα πλούσια, ταιριαστή με το ομιλούν υποκείμενο, που μαρτυράει ότι έχει δουλευτεί ξανά και ξανά, με επιμονή και μεράκι. Από την άλλη, έχει κανείς την αίσθηση πως το κείμενο θα κέρδιζε με μια λελογισμένη σύντμηση, όπως επίσης και ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει την ίδια του την προθετικότητα, αν αποτελεί δηλαδή άσκηση αφηγηματολογικής δεξιοτεχνίας ή κείμενο που επιθυμεί να συνομιλήσει με ένα ευρύτερο κοινό. Οπως και να έχει, ο Αστερής εγγράφεται με τη νουβέλα του αυτή στον χώρο των φερέλπιδων νέων πεζογράφων και μας δημιουργεί τις προσδοκίες μιας ολοκληρωμένης συνέχειας.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία:

Πελάτες που αγόρασαν αυτή την έκδοση, αγόρασαν επίσης: