> ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ>Ο ΒΑΘΜΟΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ

Ο ΒΑΘΜΟΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ

Ο ΒΑΘΜΟΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ

Ο ΒΑΘΜΟΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ

ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Ο ιδιοφυής Ρέμος, που επιλέγει με κριτήριο τον βαθμό δυσκολίας, αποδεικνύεται αρκετά «ανόητος» ή γενναίος ώστε να αμφισβητήσει την τάξη των πραγμάτων γύρω του και να καταπιαστεί με την ανατροπή της. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό που καταφέρνει είναι να τριγυρίζει γύρω από την ουσία της ζωής, της τέχνης, των αισθημάτων, της ίδιας της καθημερινότητας, διαγράφοντας τους φαύλους κύκλους που θα τον εγκλωβίσουν μέσα τους. Ο Ιωσήφ Πετράνος έλκεται από την ευφυΐα και το αμφισβητούμενο ταλέντο του νεαρού Ρέμου στη ζωγραφική καθώς πάσχει και ο ίδιος από την ανάγκη να δημιουργήσει ένα ζωτικό ψεύδος, έναν χώρο που θα μπορεί να αποδώσει τη ζωή και την τέχνη και –γιατί όχι–  να τις κερδίσει, με εργαλεία «δικά του» τη συλλογή και τη συγγραφή. Το αποτέλεσμα είναι να οδηγηθούν και οι δυο πολύ μακριά από τους στόχους τους – ή μήπως όχι; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα, αφού η πορεία αυτού του βιβλίου, μαζί με τους ήρωές του, φαίνεται πως καθορίζεαι όχι μόνο από τις προθέσεις του συγγραφέα του αλλά και από την συγκυρία...

Ο Βαθμός δυσκολίας είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που σχολιάζει καυστικά την μεταμοντέρνα σύγχυση, την αυτο-αναφορικότητα, τις ψευδο-προκλήσεις και τη συλλεκτική αξία στην τέχνη και στη ζωή. Είναι, ακόμα, ένα μυθιστόρημα που προσκαλεί και προκαλεί τον αναγνώστη να «παρέμβει» στο κείμενο και να ανατρέψει τους κανόνες του αφηγηματικού παιχνιδιού...

20,00 €

Αγορά

  • Σελίδες: 328
  • Σχήμα: 24 x 16
  • ISBN: 960-518-183-5

εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της ΛΙΝΑΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ
4/3/2005

Επίθεση στη μετριότητα
Σαρκαστική απόδοση της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, διχασμένης ανάμεσα σε υψηλές προθέσεις και περιορισμένες δυνατότητες

«Δεν είμαστε παρά έρμαια των ψευδαισθήσεών μας πως κάποτε θα καταφέρουμε να συλλέξουμε τα σκόρπια κομμάτια της εικόνας που επιθυμούμε να προβάλλουμε στους άλλους. Πρόκειται για σισύφεια δοκιμασία, αντάξια της ανάγκης μας να αποποιηθούμε ό,τι στην πραγματικότητα είμαστε». Ενας συγγραφέας κι ένας ζωγράφος κουβεντιάζουν για τη μόνη αλήθεια που τους ορίζει, την αδιέξοδη ματαιοδοξία τους. Φλυαρούν δηλαδή για τα ευμεγέθη «θέλω» τους και τα ισχνά «μπορώ» τους. Φιλοσοφούν για την τέχνη και την τέχνη τους, υπεκφεύγουν από τις εμμονές και τις φοβίες τους, κατασκευάζουν επιθετικές επιχειρηματολογίες με στόχο την εξουδετέρωση ο ένας του άλλου. Η ένθερμη συνομιλία τους απέχει πολύ από ανταλλαγή διανοουμενίστικων ευφυολογημάτων. Το δυσεξήγητο ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον κινητοποιεί εξελικτικά την εξωστρέφειά τους μέχρι να φανερωθούν τα πραγματικά κίνητρα της, όχι τυχαίας, συνάντησής τους. Παρά τη δριμύτητα όσο και την ιδιοτυπία του διαπληκτισμού, η αντιπαράθεση μεταξύ δύο παραγνωρισμένων δημιουργών με έντονη ροπή στην περιαυτολογία είχε κάθε προοπτική να εξελιχθεί σε ανιαρή και άνευρη. Απεναντίας, η αψιμαχία τους διαθέτει τόση ένταση, ευρηματικότητα και βάθος, που θα αρκούσε να στηρίξει ένα αφήγημα ή ακόμα και ένα μονόπρακτο. Δεν καλύπτει όμως παρά πέντε από τα είκοσι έξι συνολικά κεφάλαια του ιδιαίτερα ερεθιστικού μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη (γενν. 1970).

Ενα παιδί-θαύμα

Ο συγγραφέας, σύμφωνα με το βιογραφικό σημείωμα, αποδέχεται ως πρώτο του βιβλίο τη νουβέλα «Η συνάντηση» (2002). Το παρόν βιβλίο ωστόσο αποτελεί τελική εκδοχή του μυθιστορήματος «Ιστορία των πραγμάτων χωρίς όνομα» (2001). Καθώς η τωρινή επεξεργασμένη του μορφή εύλογα αναιρεί την πρώτη, οφείλουμε να συμμεριστούμε τη δήλωσή του. Στο τρίτο, επομένως, βιβλίο του ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης επεκτείνει τις σκέψεις των δύο προηγούμενων («Η συνάντηση», «Βαθύ πηγάδι») σχετικά με την ατομική ταυτότητα, το απροσπέλαστο και τη δελεαστική δυνατότητα επινόησης αυτής, την ευγλωττία του ανθρώπινου σώματος, την παρατήρηση και την ενδοσκόπηση ως μέσων αποκρυπτογράφησης του «άλλου» και του «εγώ», αντιστοίχως. Επίσης, και εδώ η βία προβάλλει επιβλητική, λεκτική αυτή τη φορά, προξενώντας αποκαλυπτικές σωματικές αντιδράσεις και θυμικές αλλοιώσεις.

Ενας πρωτοπρόσωπος αφηγητής μάς πληροφορεί για το κύριο μέρος του μυθιστορήματος. Πρόκειται για το περικομμένο και εν μέρει ξαναγραμμένο από τον ίδιο χειρόγραφο που του κληροδότησε ένας συγγραφέας, ο Ιωσήφ Πετράνος, με πρωταγωνιστή έναν ιδιόμορφο ζωγράφο, τον Ρέμο Δούκα. Μετά τις διευκρινίσεις περί πατρότητας (οι οποίες στη συνέχεια ακυρώνονται) ξεκινά η εκτύλιξη του εγκιβωτισμένου βιβλίου. Σε τρίτο πρόσωπο η αφήγηση παρακολουθεί την παιδική ηλικία του Ρέμου μέχρι και τη φοίτησή του σε ιδιωτικό γυμνάσιο. Η αντίφαση στην οποία προσέκρουε αυτό το παιδί-θαύμα χωρίς θαύματα ήταν ότι, μολονότι το ίδιο αναγνώριζε στον εαυτό του τη διαφορετικότητά του, όταν αυτή άρχισε να μορφοποιείται μέσω της ζωγραφικής ένιωσε υποχρεωμένο να την αποκρύψει από τον αδημονούντα περίγυρό του. Ο μικρός Ρέμος, διχασμένος ανάμεσα στην ενθαρρυντική αγωνία του πατέρα του και τη βαριά κατάθλιψη της μητέρας του, αλλά και κολακευμένος από τις αμφίπλευρες προσπάθειες να απεγκλωβίσουν την ξεχωριστή φύση του, μοχθούσε για την αποδοχή και την προσέγγιση ενός πάντα φευγαλέου και καταφανώς δυσπρόσιτου προτύπου.

Στο τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, και μακράν το σημαντικότερο, διαδραματίζεται η συνάντηση που επισημάνθηκε εισαγωγικά. Γενικότερα, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τον τόπο και το χρόνο. Η δράση τοποθετείται κάπου στον ελλαδικό χώρο και διακόπτεται περίπου στα τέλη της δεκαετίας του '90. Ο μονολεκτικός τίτλος «Ιταλία» του εναρκτήριου κεφαλαίου αυτού του μέρους σημαίνει μαζί με την τοπική και χρονική μεταπήδηση. Βρίσκουμε τον Ρέμο σε νεανική ηλικία να θαυμάζει εκστατικός φημισμένη νωπογραφία ενός ναού. Στο πλάι του αναγνωρίζουμε τον Ιωσήφ Πετράνο. Σύντομα θα επιδοθούν σε έναν μαραθώνιο πνευματωδών σχολίων, δυσάρεστων εκμυστηρεύσεων, ευθέων επιθέσεων, δόλιων παραπλανήσεων, ο οποίος θα διαρκέσει δώδεκα ποτήρια κρασί και πάνω από εκατό σελίδες. Ο διάλογος δεν γυμνώνει μόνο τους συνομιλητές αλλά και το συγγραφέα. Μέσα από την πολύ προσεκτικά δομημένη αντιπαράθεσή τους ο Τζαμιώτης φιλοτεχνεί με φαρμακερή ειρωνεία και διαπεραστικό (αυτο)σαρκασμό το πορτρέτο του καλλιτέχνη, με την ευρεία έννοια. Μέμφεται -από τη θέση του συμπάσχοντος- τα άγχη, τη ματαιοδοξία, τις αυταπάτες, τη ζηλοφθονία, τον τραυματισμένο εγωισμό όλων εκείνων που προσανατολίζουν τη ζωή τους στην επίτευξη έργων τέχνης. Μιλάει για τη διάσταση προσδοκιών και δυνατοτήτων, ένα βάσανο που μόνον οι ψευδαισθήσεις ανακουφίζουν, για το θρυμματισμό των προθέσεων πάνω στη συνειδητοποίηση των ατομικών ορίων, για την επώδυνη αναμέτρηση με τα θεμελιώδη υλικά της προσωπικότητας. Οι ήρωες πριν τολμήσουν να εκθέσουν τις μύχιες μειονεξίες τους θα περιστραφούν γύρω από ποικίλα θέματα, από την αυταρχικότητα και αλαζονεία του δυτικού πολιτισμού, την αποχαυνωτική ασφάλεια της μαζικότητας μέχρι τη συνοδοιπορία έρωτα και θανάτου. Ολα αυτά για να παραδεχθεί ο Πετράνος την τυραννία του από τις ατιθάσευτες λέξεις και ο Ρέμος να μαρτυρήσει ότι σκοπός του ταξιδιού του είναι η καταστροφή της νωπογραφίας. Η συζήτηση οξύνεται σε πολλά επίπεδα. Ο Ρέμος στρέφεται με μένος εναντίον κάθε υπερεκτιμημένης μετριότητας, της οποίας προτείνει τον αφανισμό προκειμένου να διασφαλιστεί ένα υψηλό μέτρο σύγκρισης, ενώ ο συγγραφέας έντρομος υπεραμύνεται της πολυφωνίας. Στην ουσία και οι δύο τα δημιουργήματά τους περιφρουρούν. Η καλλιτεχνική αδράνεια του Ρέμου και στο άλλο άκρο η θερμή προάσπιση της συγγραφικής του αξίας από τον Πετράνο διατρανώνουν τον τρόμο τους μπροστά στην ενδεχόμενη αναστολή της καρποφορίας της ιδιοφυΐας τους. Η επιχειρηματολογία τους αφήνεται μετέωρη. Κάθε θέση αναδιαμορφώνεται καθώς οι συνομιλητές ανιχνεύουν επισταμένως τις τεχνικές άμυνας του αντιπάλου, άλλοτε οπισθοχωρούν και άλλοτε εφορμούν απερίσκεπτα σε ολισθηρά πεδία σκέψης, παγιδεύονται σε αντιφάσεις, για να διαπιστώσουν εντέλει την ευθραυστότητα των βεβαιοτήτων τους.

Η δύναμη της ματαιοδοξίας

Είναι δύσκολο -και ίσως δευτερεύον- να αποδοθεί διεξοδικά η προβληματική τού βιβλίου, καθώς τόσο η περιγραφή της πλοκής όσο και η περιδιάβαση της δομής του φαίνονται ανεπαρκείς οδοί για την προσέγγισή του. Ο Τζαμιώτης ανοίγει συνεχώς νέα μονοπάτια στοχασμού, σπέρνει το κείμενο με κρυπτογραφικά σχόλια, υπονομεύει το περιεχόμενο των κεφαλαίων με παιγνιώδεις ή δυσερμήνευτους τίτλους, αλλάζει απρόσμενα τον προσανατολισμό των χαρακτήρων, γκρεμίζει απροκάλυπτα κάθε επίφαση αληθοφάνειας. Τέσσερα παραδείγματα. Πρώτον, ο Πετράνος αποκλείεται να έχει γράψει το μυθιστόρημα που διαβάζουμε, καθώς μία και μοναδική υπήρξε η συνάντησή του με τον Ρέμο, ενώ ο πατέρας τού ζωγράφου -η δεύτερη πηγή πληροφόρησής του- δεν είχε πρόσβαση στα βαρύτιμα μυστικά του γιου του και φυσικά κανείς από τους δύο δεν θα μπορούσε να εικάσει την κατοπινή περιπέτεια της υγείας τού ζωγράφου. Οσο για τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή της αρχής, εκείνος γνώριζε ελάχιστα τον Πετράνο και καθόλου τον Ρέμο. Δεύτερον, μολονότι δεν διασαφηνίζεται αν ο Ρέμος προχώρησε στην πραγμάτωση του αφανιστικού του σχεδίου, η νωπογραφία καταστρέφεται. Ευρηματικό πάντως το διφορούμενο τέλος, στο μέτρο που υπαινίσσεται τη θνησιμότητα των μετριοτήτων. Τρίτον, δεν διευκρινίζεται ποτέ ο υποκινητής της επίμαχης γνωριμίας, αν και καθίσταται βέβαιο ότι δεν υπήρξε συμπτωματική. Τέλος, οι τρεις διαδοχικές εκδοχές του τελευταίου κεφαλαίου διαλέγονται με τρίπτυχο του Μπέικον, όπως και ο τίτλος του είναι δάνειος από πίνακα του Βρετανού ζωγράφου. Μάλλον αμελητέες παρατηρήσεις για τον υποψιασμένο αναγνώστη από την προεξόφληση του οπισθόφυλλου περί μεταμοντέρνου μυθιστορήματος. Ο Τζαμιώτης ωστόσο δεν ευαρεστείται απλώς με την άγρα εντυπώσεων αλλά παράλληλα αποδίδει με οξυδέρκεια, συνέπεια και με γραφή κρυστάλλινη τον ουσιωδέστερο προβληματισμό του πάνω στο ναρκοθετημένο δρόμο της δημιουργίας.

Τελικά η φιλαυτία της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας αποδεικνύεται ισχυρότερη από τις φοβίες της. Ο Ρέμος επιστρέφει στη ζωγραφική για να οδηγηθεί στην κατάρρευση. Ο Τζαμιώτης στο τελευταίο μέρος τού βιβλίου καταγράφει με συγκλονιστικό τρόπο, χωρίς να λειαίνει τη σαρκαστική ματιά του, τις απελπισμένες απόπειρες του ήρωα να εναποθέσει στον καμβά τις εικόνες που κατακλύζουν το μυαλό του. Μολύνει τον πρωταγωνιστή του με ένα επίβουλο σύνδρομο κατά το οποίο η πραγματικότητα συμφύεται με τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις και αντιστρόφως. Μόνη θεραπεία, η αποχαύνωση. Επί εννέα μήνες, όση η διάρκεια των συμπτωμάτων, κυοφορεί το τίποτα. Η κάθε επάνοδος στο λευκό καμβά σηματοδοτεί μια οδυνηρή εκκίνηση από το μηδέν, συντροφευμένος από την αλώβητη φιλοδοξία στο ένα πλευρό και τις πεπερασμένες δυνατότητές του στο άλλο. «Η ελπίδα είναι η μακροβιότερη ανάγκη από καταβολής κόσμου». Καθώς η ελληνική πεζογραφία δεν μας συνηθίζει σε βιβλία όπως αυτό του Τζαμιώτη, η εκκαθαριστική πολιτική του ήρωά του πιθανόν να μας υποδείκνυε τις παρήγορες εξαιρέσεις της.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία: