> ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ>ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ

ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ

ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ

ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ

ΚΑΜΠΕΡΙΔΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ

Πολύ περισσότερο από μια κοινωνική και ιστορική μελέτη, το βιβλίο αυτό αναπαριστά την εσωτερική πορεία ενός ανθρώπου καθώς βιώνει χρόνια τώρα τη φυσική του ξενιτιά. Αναπόφευκτα αποτελεί και μια ουσιαστική, ευρεία και σε βάθος προσέγγιση του ξένου μέσα στον κόσμο. Στο πρώτο μέρος της συλλογής των κειμένων του ο συγγραφέας διερευνά το ζήτημα του ξεριζωμού και του θρησκευτικού εθνικισμού και παρακολουθεί τον ξένο στην ιστορική του πορεία από τους αρχαίους χρόνους ως τις μέρες μας με επίκεντρο τον ελληνισμό. Στο δεύτερο μέρος της συλλογής αναφέρεται στη ζωντανή μνήμη τεσσάρων ανθρώπων που στάθηκαν ιδιαίτερα σημαντικοί για εκείνον προκειμένου να εντάξει δημιουργικά την ξενιτιά στη ζωή του: του πρεσβύτη Ιωάννη Μέγιεντορφ, του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Φίλιππου Σέρραρντ και του Νίκου Γιανναδάκη. Τέλος, στο επίμετρο παρατίθεται ένα κείμενό του που αναφέρεται στην ελληνική διασπορά.

18,00 €

Αγορά

  • Height: 23
  • Width: 16
  • Σελίδες: 328
  • Σχήμα: 23 x 16
  • ISBN: 960-518-249-1

εφ. ΤΑ ΝΕΑ του ΛΑΚΗ ΠΡΟΓΚΙΔΗ
30/9/2006

Ο Λάμπρος Καμπερίδης μεταπλάθει το προσωπικό δράμα σε αίνιγμα του κόσμου

Η αναντικατάστατη αξία της ξενιτιάς

ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ Η ΞΕΝΙΤΙΑ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΠΙΚΡΙΑ, Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΜΠΕΡΙΔΗΣ ΦΕΡΝΕΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ 19 ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΝΩ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΔΙΩΓΜΟ ΠΟΥ Ο ΙΔΙΟΣ ΓΝΩΡΙΣΕ, ΜΕΤΑΠΛΑΘΟΥΝ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κατά κανόνα, σε τούτη τη σελίδα, σχολιάζω ξένα μυθιστορήματα για τα οποία θ' άξιζε νομίζω να ενημερωθεί ο Έλληνας αναγνώστης. Το βιβλίο του Λάμπρου Καμπερίδη «Δος μοι τούτον τον ξένον», δεν είναι μυθιστόρημα. Ούτε δημοσιεύθηκε στο εξωτερικό. Γράφτηκε όμως στο εξωτερικό. Πράγμα που δίνει κατά κάποιον τρόπο το δικαίωμα να το σχολιάσω. Όσο για το ότι δεν είναι μυθιστόρημα, θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα στην πληθώρα των σύγχρονων μυθιστοριογράφων, δικών μας και ξένων, να μαθητεύσουν πλάι στον Καμπερίδη. Ίσως έτσι καταλάβαιναν τι πάει να πει να μετατρέπεται το προσωπικό δράμα σε αίνιγμα του κόσμου. Και ίσως έτσι ξαλάφρωναν τα έργα τους από τη συνθλιπτική παρουσία του εγώ τους.

Λέγοντας προσωπικό δράμα, μην πάει ο νους σας στα ψευτοδράματα του φροϋδικού μας αιώνα. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε ο Λάμπρος Καμπερίδης σε μια όμορφη γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Έπαιζε και άρχισε να μαθαίνει τον κόσμο μαζί με τα Τουρκόπουλα και τα Αρμενάκια. Μέχρι το 1955, τη χρονιά των «σπασμένων», όταν οι περισσότεροι Έλληνες της Πόλης υποχρεώθηκαν να ξεσπιτωθούν για να γλιτώσουν από την οργανωμένη βία των Τούρκων εθνικιστών. «Η σκληρή αλήθεια της ξενιτιάς έχει προσαρτηθεί σαν επίθημα στη ζωή μου από τα μικράτα μου...», είναι η πρώτη φράση του βιβλίου.

Τελείωσε το Γυμνάσιο στην Αθήνα. Σπούδασε στο εξωτερικό και έκλεισε τον «κύκλο των περιπλανήσεών» του με την εγκατάστασή του στον Καναδά. Πολύγλωσσος, φιλόλογος, οξυδερκής κριτικός και δοκιμιογράφος με θαυμαστά έργα, κυρίως για τον Παπαδιαμάντη και τον Μπλαίικ, πριν από μερικά χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας και ασκεί το λειτούργημά του στην ελληνορθόδοξη κοινότητα του Μοντρεάλ. Δεν είναι βέβαια ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ξεριζώθηκε από τον τόπο του. Εξάλλου, όπως το υπογραμμίζει και ο ίδιος, τούτη η «σκληρή αλήθεια» είναι η μόνιμη κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου: «Σήμερα δεν χρειάζεται να αποδημήσουμε από τις πατρίδες μας για να ξενιτευτούμε. Τώρα βρισκόμαστε όλοι στην ξενιτιά χωρίς να έχουμε εγκαταλείψει τις εστίες μας».

Όχι φθηνός συναισθηματισμός...

Το βιβλίο αποτελείται από δεκαεννέα κείμενα, τα οποία έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί, από το 1988 και έπειτα, σε διάφορα ελληνικά και ξένα περιοδικά. Όμως, ξαναδουλεμένα και αναδιοργανωμένα, εντάσσονται πια σ' ένα ενιαίο σύνολο. Μετρώντας τα δεν μπόρεσα ν' αποφύγω το παιχνίδι με τον συμβολισμό των αριθμών. Δεκαεννέα, ήτοι δεκαοκτώ συν ένα. Ιδού, σκέφτηκα, επιτέλους ένα πρόσθετο βήμα στα εμψυχωτικά «Δεκαοκτώ κείμενα» της δικτατορικής περιόδου. Ένα βήμα επιπλέον, γιατί σήμερα τα κείμενα του Καμπερίδη δεν αφορούν μόνον εμάς αλλά και τον κόσμο ολόκληρο.

Πάμπολλες οι αρετές. Οι πιο σημαντικές: ακρίβεια των λέξεων και διαύγεια νοημάτων. Αρετές που εξηγούνται βέβαια μέχρις ένα βαθμό από την εξοικείωση του συγγραφέα με τη γνώση των μεταλλαγών που υφίστανται διά μέσου των αιώνων λέξεις και νοήματα όταν συγχρωτίζονται με τις λέξεις και τα νοήματα άλλων γλωσσών και άλλων πολιτισμών. Αλλά η πραγματική εξήγηση τούτων των αρετών βρίσκεται μου φαίνεται αλλού. Στο γεγονός ότι ο Λάμπρος Καμπερίδης γράφει για να υπηρετήσει μία αξία δι-ιστορική και δι-ανθρώπινη προσπαθώντας ν' αποφύγει, λέξη με τη λέξη, φράση με τη φράση, τις παγίδες που στήνει στη γλώσσα μας η τόσο διαδεδομένη πια στην εποχή μας φιλολογία του θύματος.

«Σκληρή αλήθεια» χαρακτηρίζει ο Καμπερίδης τον διωγμό που γνώρισε. Στοιχηματίζω ότι ο οποιοσδήποτε συγγραφίσκος με ανάλογη τύχη μ' αυτήν του Καμπερίδη θα μιλούσε για «πικρή εμπειρία», ή για «οδυνηρό συμβάν» ή για κάτι το παρεμφερές. Ο Καμπερίδης γράφει «σκληρή» και «αλήθεια». Παντρεύοντας έτσι, ευθύς εξ αρχής, το ατυχές ατομικό περιστατικό με την κοινή σε όλους μας πραγματικότητα.

... ούτε κούφιος επιστημονισμός

Σχηματοποιώντας στο έπακρο, θα έλεγα ότι το δοκίμιο του Καμπερίδη είναι η ιστορία μιας λέξης: ξενιτιά. Δύο μεγάλοι πολιτισμικοί και πνευματικοί κόσμοι, μας λέει, φωλιάζουν στα σπλάγχνα τούτης της λεξούλας. Ο αρχαιο-ελληνικός της «ξενίας» και ο χριστιανικός της «ξενιτείας». Ο πρώτος ιεροποιεί τον ξένο. Ο δεύτερος αποδίδει στον κάθε άνθρωπο την ιδιότητα του ξένου: του πρόσκαιρου ξένου πάνω σε τούτη τη γη. Ο πρώτος θεσμοθετεί τον σεβασμό του ξένου. Ο δεύτερος διδάσκει στον κάθε άνθρωπο τη μετριοφροσύνη. Από κείμενο σε κείμενο παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αντιλήψεις περί ξένου επικοινωνούν και ανταλλάσσουν τα περιεχόμενά τους, τόσο μεταξύ τους, δηλαδή εντός της ελληνικής γλώσσας, όσο και με τον ανατολικό και δυτικό περίγυρό τους.

Ο Λάμπρος Καμπερίδης δεν είναι ούτε ιστορικός ούτε γλωσσολόγος. Εάν καταπιάνεται με την ιστορία της «ξενιτιάς» το κάνει, έχω την εντύπωση, για να μας πείσει ότι αν αφουγκραζόμασταν και ζωντανεύαμε τον πλούτο με τον οποίο έχει μπολιάσει η γλώσσα μας την έννοια του ξένου, θα είχαμε ίσως κάτι το σημαντικό να πούμε στον σημερινό κόσμο που διχάζεται επικίνδυνα ανάμεσα στην κατακτητική «Δύση» και την εσωστρεφή «Ανατολή».

Πλούτος; Ναι. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στα ελληνικά ο ξένος έχει δική του λέξη. Δεν ορίζεται ούτε ως ο μη ανήκων στο ίδιο μ' εμάς εθνικό σύνολο (etranger), ούτε ως «άλλος», δηλαδή ως ο μη ίδιος. Η περίφημη ετερότητα για την οποία τόσο κόπτονται οι λεγόμενες επιστήμες του ανθρώπου, και τις οποίες δίκαια κατά τη γνώμη μου ο Καμπερίδης παρακάμπτει, έχει στη γλώσσα μας τη δική της αυτόνομη γλωσσική παρουσία και άρα τη δική της αυτόνομη αξία.

Η ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ

Τέσσερα από τα δεκαεννέα κείμενα αναφέρονται στη μνήμη φίλων του συγγραφέα. Στον Ιωάννη Μάγεντορφ, στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, στον Φίλιππο Σέρραντ και στον Νίκο Γιανναδάκη. Επιπόλαια κρίνοντας κανείς, θα έλεγε ότι τούτες οι σελίδες είναι εκτός θέματος. Θα έκανε βέβαια μεγάλο λάθος. Γιατί είναι στην καρδιά του θέματος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η φιλία είναι στην καρδιά της λέξης ξένος. «Η έννοια της φιλότητος, γράφει ο Καμπερίδης, έχει πανάρχαιες ρίζες στην ελληνική σκέψη». Και συμπληρώνει: «Σε καμιά άλλη γλώσσα δεν συναντούμε τις έννοιες του φίλου, φιλήματος, φιλίας, σε συνάφεια με την αρχαϊκή έννοια του φιλείν. Στα πρώτα της φανερώματα στον Όμηρο αυτή η έννοια συνδέεται με την τελετουργική υποδοχή και αποδοχή του ξένου και επισφραγίζεται με την τελετή της φιλοξενίας».

Στους παγκοσμιοποιημένους και διαδικτυωμένους καιρούς μας, όπου οι λέξεις χάνουν το βάθος τους και όπου ξενιτιά κατάντησε να σημαίνει μόνο πικρία, το σκάψιμο του Λάμπρου Καμπερίδη είναι σωτήριο: φέρνοντας στο φως όλο το ηθικό υπόβαθρο τούτης της λέξης, δικαιώνει τον λόγο ύπαρξης της γλώσσας μας και του πολιτισμού μας.