> ΔΟΚΙΜΙΑ>Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ - Μία πολύπλευρη συνεύρεση

Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ - Μία πολύπλευρη συνεύρεση

Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ - Μία πολύπλευρη συνεύρεση

Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ - Μία πολύπλευρη συνεύρεση

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ένα βιβλίο, για να είναι κανονικό βιβλίο, πρέπει ν’ αρχίζει απ’ το μηδέν και να καταλήγει στο μηδέν: έτσι γίνεται ολοκληρωμένο και αυτοτελές εφόσον δεν αφήνει δικό του τίποτε πίσω και τίποτε εμπρός. Aυτό εδώ το βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο κανονικό: δεν αρχίζει απ’ το μηδέν, αρχίζει απ’ το πολυάριθμο, καταλήγει όμως σ’ ένα άλλου είδους μηδέν, αρχίζει κλειστό και τελειώνει ανοιχτό, αρχίζει πλήρες και καταλήγει άδειο: αυτό το ανοιχτό και άδειο είναι το δικό του μηδέν, κι αυτό το μηδέν είναι η πραγματική αρχή του. Tο βιβλίο αυτό αρχίζει εκεί όπου τελειώνει. Στο τέλος του είναι η αρχή του, όχι όμως μία αρχή που προϋπήρξε, δεν έχουμε δηλαδή μία επάνοδο στην αρχή ή μία επανάληψη αρχής, αλλά μία νέα, ανέκδοτη αρχή, μία αρχή προπαντός άγνωστη, μη προβλέψιμη και μη προδιαγεγραμμένη. Tο βιβλίο αυτό, λοιπόν, διαβάζεται προκειμένου ν’ αρχίσει να διαβάζεται αφού ήδη έχει διαβαστεί, έτσι, ο αναγνώστης αφήνει πίσω του ό,τι τον έκανε να πιστέψει, ως την ύστατη σελίδα, πως ήταν αναγνώστης μιας γραφής την οποία του παρέδωσε ο συγγραφέας της για ν’ αρχίσει την ανάγνωσή της και να την τελειώσει, κι αρχίζει την ανάγνωσή της αφού την έχει πια τελειώσει. Eπομένως, η πραγματική ανάγνωση αυτού του βιβλίου, όπως κι η πραγματική γραφή του, ξεκινάει εκεί όπου ο συγγραφέας έχει γράψει ό,τι έχει γράψει, κι όπου ο αναγνώστης δεν έχει πια τίποτε άλλο να διαβάσει, κι αφήνονται ο πρώτος στο άγραφο κι ο δεύτερος στο ανάγνωστο. Έτσι μόνο βρίσκει αυτό το βιβλίο την ολοκλήρωση και την αυτοτέλειά του.

Διαθεσιμότητα: Εξαντλημένο


Ειδοποιήστε με όταν είναι διαθέσιμο

25,00 €

Αγορά
  • Σελίδες: 432
  • Σχήμα: 23,8 x 17
  • ISBN: 978-960-518-287-8

εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ
24/4/2008

Παράλληλα προς τον λόγο της τέχνης ...

Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι ίσως ο σημαντικότερος Ελληνας συγγραφέας. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι παρά μια υποκειμενική διαπίστωση. Και μάλιστα αμφίβολης αξίας όταν προέρχεται από κάποιον που -καλώς ή κακώς- δεν είναι, τουλάχιστον κατ' επάγγελμα, κριτικός της λογοτεχνίας. Θα ήταν ίσως ουσιαστικότερο να ειπωθεί απλώς ότι τα κείμενα του Δημητριάδη οδηγούν τον αναγνώστη κάπου όπου δύσκολα θα φτάσει με άλλους τρόπους. Ισως μάλιστα να τον οδηγούν σε έναν τόπο εκ-σωτερικό, τόσο ενδόμυχα απωθημένο, ώστε το εγχείρημα να μοιάζει (αντι-ηρωικά μεν, αλλά) συγκλονιστικά τολμηρό. Οπως το έχει θέσει η Τζίνα Πολίτη, ο Δημητριάδης «τολμά και αφήνεται, με τρόμο και δέος, να οδηγηθεί από τον ουσιώδη λόγο της λογοτεχνίας στο "ακάλυπτο κέντρο της ύπαρξης", στην εσωτερική εμπειρία του ανυπέρβατου ορίου, εκεί όπου η θρησκεία τοποθετεί το Θείον, η ψυχανάλυση το πραγματικό και ο λόγος το άλλο του, που είναι το άρρητο». Από τη στιγμή που θα ξεκινήσουμε ένα κείμενό του είμαστε και εμείς αναγκασμένοι, με το ψυχο-σωματικό βάρος του όρου, να τον ακολουθήσουμε και να αναμετρηθούμε με την απόλαυση και την οδύνη που ενέχει η ανοίκεια αυτή συνάντηση, όπως τη θέτει ο ίδιος ο λόγος του - και ένα είδος λόγου εν γένει, γιατί αντίστοιχη εμπειρία ενέχει και η ανάγνωση όλων όσα έχει μεταφράσει, από τον Bataille μέχρι και τον Cioran.

Χωρίς να παραμελεί ποτέ την αισθητική-στιλιστική διάσταση του λόγου, ο Δημητριάδης προχωρεί σε έναν ουσιώδη και στοιχειακό αναστοχασμό της ίδιας της γραφής. Δεν μένει απλώς στην ανατροπή του στόρυ, αλλά διαπρέπει στη διερώτηση και το άνοιγμα της φόρμας. Η ευθύνη του συγγραφέα συναντά έτσι την ενδεχομενική περατότητα του έργου του και ο κόμβος της γραφής αποκαλύπτεται ως ένα κατεξοχήν ψυχο-σωματικό σύμπτωμα, ως μια οδυνηρή ηδονή, μια jouis-sens όπως θα έλεγε ο Lacan· έτσι μόνον η γλώσσα διαπραγματεύεται τα όριά της και την (ανέφικτη εντέλει) υπέρβαση τους, μόνον έτσι το αναγκαίο συναντά το αδύνατο. Από το καταιγιστικό «Πεθαίνω σαν χώρα» μέχρι την «Ανθρωπωδία» (στον πεζό λόγο) και από τη «Νέα εκκλησία του αίματος» μέχρι τη «Ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή» (στον θεατρικό) αυτό είναι το στοίχημα που δεν παύει να βάζει ο Δημητριάδης.

Αλλά αυτή η προσήλωση σε διακυβεύματα οικουμενικά, στην ίδια τη φύση της γραφής και της ανθρώπινης υπόστασης, δεν σημαίνει ότι ο Δημητριάδης δεν γράφει σε έναν τόπο -συνήθως στην Ελλάδα- και με άμεσες αναφορές στον τόπο αυτό, ή ότι αποφεύγει να τόπο-θετηθεί (οιονεί δοκιμιακά ή αυτοβιογραφικά) απέναντι σε αυτήν την τόπο-λογική συγκυρία της θέσης του. Ετσι, η πρόσφατη συλλογή «Η εμπράγματη φαντασία», ένας τόμος 428 σελίδων που εγκαινίασε τη συνεργασία του συγγραφέα με τις εκδόσεις «Ινδικτος», συγκεντρώνει κείμενα που πρωτο-δημοσιεύτηκαν από το 1978 έως το 2007 και καλύπτουν ένα ευρύτατο εκφραστικό φάσμα (δοκιμιακής μορφής κείμενα/ομιλίες, συνεντεύξεις/συνομιλίες, σύντομες λογοτεχνικές ή παιγνιώδεις παρεκβάσεις, σύμφωνα με την περιγραφή του ίδιου του Δημητριάδη), ένα μωσαϊκό πολλαπλότητας, το οποίο όμως διαπερνά το νήμα μιας κοινής ανάγκης: «η, άλλοτε συνειδητή άλλοτε όχι, ανάγκη να ειπωθούν τα πράγματα μ' έναν τρόπο ο οποίος θα επιτρέπει μια άλλου είδους ευστοχία, μια άλλη αμεσότητα, ευστοχία και αμεσότητα παράλληλες προς τον λόγο της τέχνης» (σελ. 9).

Εδώ ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα γνωρίσει τη βιωματική συγκυρία που οδήγησε στη σύνθεση του «Πεθαίνω σαν χώρα»· θα στοχαστεί πάνω στην ουσιώδη σχέση γλώσσας και σώματος, γραφής και πραγμάτων· θα κληθεί να συμμετάσχει στη διαδραστική ολοκλήρωση ενός εναλλακτικού εορτολογίου· τέλος, θα συναντήσει μια κριτική οπτική πάνω στο νεοελληνικό πολιτισμό που λέει τα πράγματα έξω από τα δόντια, αποκτώντας μιαν συγκλονιστική επικαιρότητα:

«Η Ελλάδα είναι κατακτημένη από Ελληνες. Είμαστε υπό ελληνική κατοχή. Αυτό ξέρουμε τι σημαίνει, το βλέπουμε ανά πάσα στιγμή. Δεν είναι μόνον η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Τρώνε και τα παιδιά της την Ελλάδα, και μάλιστα "τρώνε καλά".

[...] Ενας πολιτισμός δεν ορίζεται από τίποτε άλλο παρά από τις μεταμορφώσεις του. Η ουσία του επίφοβου, που συνιστά την ανεκδήλωτη πλευρά της πραγματικότητας και που παραμένει ακατονόμαστη, είναι αυτές ακριβώς οι απρόβλεπτες αλλά μοιραία επικείμενες μεταμορφώσεις, οι οποίες όμως συνεχώς αναστέλλονται από τις καθηλωτικές δυνάμεις που θέλουν έναν πολιτισμό να είναι ταυτόσημος με μία μόνον εκδοχή του, ταυτισμένος μόνο με τις παρελθούσες εκδηλώσεις του [...] μια θλιβερή έρημος, με ελάχιστα εγκατασπαρμένα εδώ κι εκεί σημεία βλάστησης -άνθρωποι μεμονωμένοι και απομονωμένοι-, είτε μία αποπνικτική νεκρόπολις, με σπάνιες εστίες δημιουργικότητας ανάμεσα στους τάφους» (σελ. 38 και 79-80).

Δεν είναι όμως καμία θρηνητική απαισιοδοξία το τέλος του δρόμου: επιμένοντας στη διασύνδεση του επιμέρους με το οικουμενικό, η κριτική του Δημητριάδη δεν ωθεί στην παραίτηση και τον κυνισμό, αλλά γίνεται πρόκληση για τη δημιουργία του νέου, έστω και αν αυτό οφείλει να εναποτεθεί στο τελικά φιλόξενο εσωτερικό μιας μποτίλιας και να ξεκινήσει ένα αμφίβολο ταξίδι σε μάλλον αφιλόξενους, αν όχι εχθρικούς ωκεανούς. Αν μη τι άλλο, η πορεία του ίδιου του Δημητριάδη αποδεικνύει πως το παιχνίδι είναι ακόμα ανοιχτό και μπορεί να κερδηθεί, ό,τι κι αν μπορεί αυτό να σημαίνει για το μέλλον της γραφής, για τον αναστοχασμό της υποκειμενικότητας, αλλά και της νεοελληνικής κουλτούρας. Οσο μεγάλο κόστος, ξόδεμα ή άλγος κι αν προϋποθέτει κάτι τέτοιο - για μας (τους αναγνώστες) όπως και για εκείνον, στις μοναχικές αλλά παράλληλες πορείες μας.

30 άλλοι τίτλοι στην ίδια κατηγορία:

Πελάτες που αγόρασαν αυτή την έκδοση, αγόρασαν επίσης: